Café Morgenland

Ναι ρε, Αλβανοί!

Τα πρώτα χρόνια μετά το άνοιγμα των συνόρων, άρχισε δειλά η είσοδός τους [i] στην Ελλάδα. Στην αρχή, φαινομενικά τουλάχιστον, υπερίσχυε η εγχώρια φιλανθρωπία. Σε αυτήν την πρώτη φάση και λόγω και των βλέψεων (επεκτατισμού) προς την «βόρειο ήπειρο», ως και παιδικές κατασκηνώσεις τους έφτιαχναν. Ταυτόχρονα έπαιζαν αυτές οι φιλανθρωπικές πράξεις και έναν άλλο ρόλο: Το δυνάμωμα του συναισθήματος ότι «εμείς εδώ ζούμε καλύτερα». Σύντομα όμως βάλανε οι αχάριστοι (και άθεοι μάλιστα) Αλβανοί τέρμα στα χριστιανικά τους αισθήματα. Οι λίγοι έγιναν πολλοί, απλώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου στον υπαίθριο και αστικό ελλαδικό χώρο, προσπαθώντας να βρουν ένα μεροκάματο, μια δουλειά για να ζήσουν αυτοί και οι οικογένειες τους.

Έτσι μπήκαμε στην δεύτερη φάση, όταν ανακαλύφτηκε ότι καλή μεν η φιλανθρωπία αλλά τα φτηνά εργατικά χέρια είναι πιο συμφέροντα. Η μαζική εκμετάλλευση μεταναστών μετά και τoν ερχομό και άλλων από άλλες χώρες είναι πια μόνιμο θέμα επιβίωσης των ελληνικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Σήμερα δεν υπάρχει σχεδόν κανένας τομέας της ελληνικής κοινωνίας που μπορεί να τα βγάλει προσοδοφόρα σε πέρας χωρίς τους μετανάστες.

 Παράλληλα, με την ραγδαία αύξησή τους, έμπαινε το πρόβλημα της πειθάρχησης, του ελέγχου και της δημιουργίας ενός πληθυσμιακού αντικειμένου, κατάλληλου για την ανάφλεξη της ιστορικής συνείδησης και της συλλογικής μνήμης καταπίεσης μειονοτήτων, που λόγω του ότι τις τελευταίες δεκαετίες έλλειπε το αντικείμενο-εχθρός (ούτε οι αθίγγανοι, ούτε οι λιγοστοί μωαμεθανοί στην παραμεθόρια περιοχή – για τους εβραίους ούτε λόγος, μια και για την ελαχιστοποίησή τους φρόντισαν πιο πριν άλλοι - αρκούσαν για να «θρέψουν» τις ορέξεις των ντόπιων), ανάγκαζε τους ιθαγενείς κατοίκους να περιοριστούν σε διενέξεις μεταξύ τους ή στα σύνορα των χωραφιών τους.

 Το κτηνώδες πρόσωπο της ελληνικής κοινωνίας έκανε την μαζική του εμφάνιση, σβήνοντας μια και έξω κάθε ίχνος ανθρωπισμού, κάθε ίχνος ντροπής και ηθικής, κάθε ίχνος στοιχειώδους αξιοπρέπειας και συμπεριφοράς και άλλων μέσων δάμασης των ενστίκτων τους.

Η ωμή όψη των ελληναράδων, η νηφάλια φυσιογνωμία των κλακαδόρων τους (κυρ Μήτσος και κυρά Κατίνα), η οικεία όψη του ρατσιστή και εθνικιστή πατέρα/μητέρα, αδελφού/αδελφής, θείας και θείου, η νομοτελειακή θα λέγαμε δημιουργία των κοινωνικών συμβούλων και αυτόκλητων πατρόνων τους (ελαρ/ελαν [ii] ) έγινε το σήμα κατατεθέν της ελληνικής πραγματικότητας. Έτσι του αυθόρμητου ξεσπάσματος της ελληνικής λαϊκής ψυχής της 4ης του Σεπτέμβρη του 2004 προηγήθηκαν άλλες ασκήσεις προθέρμανσης του όχλου, με επιθέσεις και δολοφονίες ενάντια σε μετανάστες, ιδιαίτερα Αλβανούς, με καθημερινό ρατσιστικό ειδησειακό βομβαρδισμό από τα ΜΜΕ, με ρεπορτάζ για τους «εγκληματίες» Αλβανούς, για τη «βάρβαρη» συμπεριφορά τους κλπ., κλπ.

Σήμερα αυτό το σκηνικό έχει αποκτήσει γερά θεμέλια, τέτοια που κανείς, εκτός από τους ίδιους τους στιγματισμένους δεν μπορεί να τα ανατινάξει. Νόμοι, παρα-νόμοι, διατάγματα και διατάξεις, ο ένας πάνω στον άλλο βγαίνουν από την κάθε κυβέρνηση και συμπληρώνονται από την κάθε αντιπολίτευση, δημιουργώντας ένα σύστημα χωρίς δικαιώματα, ένα σύστημα από μπλόκα και σκούπες, ένα σύστημα τρομοκρατίας και δολοφονιών, απελάσεων και πειθάρχησης των ατίθασων μέσα από πολυδιάστατους κατασταλτικούς μηχανισμούς (αστυνομία, δικαστικό σώμα, υπηρεσίες αλλοδαπών, ΜΜΕ, καθεστωτική αριστερά, συνδικάτα, εργολάβοι, γείτονες κλπ).

Ένα τεράστιο πλέγμα από άμεσους και έμμεσους μηχανισμούς δουλεύει σαν ρολόι ενάντια σε άτομα που έχουν προ πολλού στιγματισθεί σαν οι «κακοί» του καιρού μας. Και δεν είναι μόνο τα χαρτιά παραμονής ή η άδεια εργασίας κλπ. Αυτά είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Ακόμη και τις άγιες πλευρές του καπιταλισμού τους βάζουν χέρι. Όταν για παράδειγμα ένας Αλβανός υποχρεώνεται να καταθέσει 60.000 χιλιάδες ευρώ για να κάνει δικιά του δουλειά, αυτό αντιτίθεται μεν στην καπιταλιστική αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, δεν αντιτίθεται όμως στην εθνική συνοχή και συμπαράσταση, μιας και προστατεύονται έτσι οι ελλονοαίματοι από τους μελλοντικούς ανταγωνιστές τους.

 

Η παλιά (και πλούσια) εμπειρία του βίαιου εξελληνισμού αναζωπυρώνει και πάλι:

Τους αναγκάζουν να αλλάζουν τα ονόματα τους σε ελληνικά, να γίνονται ξαφνικά Γιάννης και Βαγγέλης, Ελένη και Μαρία, γιατί ... δεν μπορούν οι ενδογενείς να τα προφέρουν, τους είναι - λενε - δύσκολες λέξεις (τη λέξη «κωλοαλβανός» είναι όμως εύκολο να την προφέρουν).

Τους αναγκάζουν να βαφτίζονται χριστιανοί, σαν προϋπόθεση για να τους προσλάβουν στην δουλειά τους.

Σε επαρχιακά λεωφορεία, τις τελευταίες θέσεις τις έχουν για Aλβανούς και τσιγγάνους.

Κομματόσκυλα, εργατοπατέρες και τσιράκια τους, επιτίθενται ενάντια σε Αλβανούς εργάτες ή τους βρίζουν σαν απεργοσπάστες, επειδή δεν παίρνουν μέρος στις απεργίες τους για καλύτερα μεροκάματα ή καλύτερες συνθήκες εργασίες ... για τους ντόπιους.

 

Για να το πούμε απλά, αργά και καθαρά για να το κατανοήσουν ακόμη και οι ελαρ/ελαν:

Για ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού στην Ελλάδα ισχύουν φασιστοειδείς συνθήκες επιβίωσης, δουλεμπορικές σχέσεις εργασίας, φυλετικοί διαχωρισμοί, εξευτελιστικοί όροι διαβίωσης, στιγματισμός. Αυτές οι σχέσεις βίας δεν θα μπορούσαν να αντέξουν ούτε μια μέρα, αν δεν υποστηρίζονταν με πολυποίκιλους τρόπους από την απόλυτη πλειοψηφία του ελληνικού λαού συμπεριλαμβανόμενου και των πρωτοποριών του, είτε αυτοί λέγονται καθεστωτική αριστερά, είτε αντιεξουσιαστές, είτε αναρχικοί.

Η εφαρμογή αυτού του μοντέρνου φασιστοειδούς πλέγματος έχει την ιδιαιτερότητα, ότι επιτρέπει στους πλειοψηφικούς (επομένως άκρως δημοκρατικό) να πάρουν μέρος στο πλιάτσικο των μεταναστών και ταυτόχρονα τους δίνει την δυνατότητα να εξωτερικεύουν τα διάφορα βίτσια τους στις πλάτες τους.

Έτσι έχουμε μια βρώμικη μεν, αρμονική δε κατανομή εργασίας: Οι διανοούμενοι στον ρόλο του αναλυτή του μεταναστευτικού «προβλήματος» και του μάστορα των μεταναστευτικών συνεδρίων, της ενσωμάτωσης( αφομοίωσης) των ξένων κλπ., οι χωρικοί και οι άλλοι εργοδότες για την ανταγωνίσιμη παραγωγή τους, οι μικρομαγαζάτορες για φτηνά καταναλωτικά αγαθά της καθημερινότητας (καφέ, φαγητό κλπ), οι καθεστωτικοί της αριστεράς για αντιρατσιστικά φεστιβάλ, οι αναρχικοί για την επαναστατικοποίηση (έλεγχο) του αντικειμένου-μετανάστη με συντονιστικά, με επιτροπές κλπ., κλπ.

Η όλο και συχνότερη παραβίαση ακόμη και αυτών των ρατσιστικών νόμων από τους αυτόχθονες προς το χειρότερο, θέτουν περισσότερο το ερώτημα, του πόσες 4ες του Σεπτέμβρη θα είχαμε, αν οι κυβερνήσεις τους, τούς άφηναν να πάρουν το νόμο στα χέρια τους. Αυτούς λοιπόν θέλουν οι ελαρ/ελαν να οργανώσουν και να απελευθερώσουν, σαν να μην τους φτάνει ο βαθμός απελευθέρωσης τους.

Για αυτό κάποτε-κάποτε παίρνουν το νόμο στα χέρια τους, δολοφονώντας στη Ζάκυνθο [iii] , στο Ρέθυμνο [iv] ή σε κάποιο γραφικό χωριό της αθάνατης ελληνικής υπαίθρου Aλβανούς, αυνανίζονται με ρατσιστικά ανέκδοτα (τα περισσότερα κλεμμένα από άλλες χώρες-πρότυπα τους όπως η Γερμανία , μιας και αυτά που λενε στην Ελλάδα για τους Aλβανούς, τα λενε οι γερμανοί για τους τούρκους και για τους πολωνούς) ή πλουτίζουν το πενιχρό λεξιλόγιο τους με ρατσιστικές βρισιές.

«Φρούτα της οργής» (Στάινμπεκ)

 

Έτσι κυλάνε τα χρόνια. Πέτρινα, αιμόφυρτα, αηδιαστικά.

Είμαστε ήδη στην 2η γενιά μεταναστών,

αυτή που πήγε σε ελληνικό σχολείο, σε ελληνικό γυμνάσιο,

αυτή που μεγάλωσε σε ελληνικό γιαπί, σε ελληνικό χωράφι, σε ελληνική γειτονιά,

αυτή που της κλέψανε τα παιδικά της χρόνια,

αυτή που δεν πρόλαβε να παίξει τα παιχνίδια της,

αυτήν που δεν την άφησαν ούτε στιγμή να κάνει όνειρα,

αυτήν που τη γέμισαν με τραύματα, ψυχικά και σωματικά,

αυτήν που την κατέδειξαν από την πρώτη στιγμή με το δάκτυλο, παντού όπου ζούσε, στο σχολείο, στη γειτονιά, στο δρόμο, στον μπακάλη, με το μόνιμο ρατσιστικό βλέμμα, με τις καθημερινές βρισιές, με το στίγμα του διαφορετικού,

αυτή που έμαθε στο πετσί της ότι είναι αλλιώτικη από τους άλλους,

αυτή που έμαθε να κάνει υπομονή, μια ολόκληρη ζωή!

αυτή που ωρίμασε πρώιμα από τα 6 της, από τα 8 της χρόνια. Με βρισιές και ξύλο από τους συμμαθητές της, με συνενοχή από τους υπόλοιπους και με την συναίνεση φυσικά των φυτοπαραγωγών (εκπαιδευτικών),

εκεί που τα ελληνόπουλα από τα νήπια τους ήδη τούς φαρμακώνουν τις παιδικές ψυχές με το εθνικιστικό δηλητήριο,

εκεί που τους πλάθουν πριν καν ωριμάσουν,

εκεί που ξέρουν πολύ καλά από τα γεννοφάσκια τους, να ξεχωρίζουν τους «έλληνες» από τους «ξένους», από τους «αλβανούς» , από τους «τούρκους» κλπ.,

εκεί που κοινούς εγκληματίες πολέμου τους κάνουν ήρωες (π.χ. Κολοκοτρώνης),

εκεί που τους πλασάρουν ανιστόρητους μύθους για γαλανόλευκες (π.χ. τα βαυαρικά χρώματα που τους έφερε ο Όθωνας),

εκεί που την σφαγή 35.000 τούρκων και εβραίων γυναικόπαιδων (Τριπολιτσά) την κάνανε ...εθνικό τους ύμνο,

εκεί που κάνουν στριπτίζ τα γονίδια τους για να αποδείξουν την αρχαιοελληνική τους καταγωγή, αντί να είναι υπερήφανοι (όσοι τουλάχιστον το χρειάζονται) ότι είναι ένα μπάσταρδο μίγμα από σλάβους, αρβανίτες, βλάχους, μακεδόνες, τούρκους, ενετούς... και μανιάτες (ας βάλουμε και αυτούς...λόγω τουρισμού).

 

Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να ψάχνει στους σκουπιδοτενεκέδες. Αυτό δεν θα του φέρει φώτιση, θα του φέρει αναγούλα

Ο μόνιμος φόβος του μικροαστού είναι η επανάσταση και ο μόνιμος εφιάλτης του η ανεξέλεγκτη κοινωνική κατάσταση. Ο μόνιμος φόβος του αριστερού/αντιεξουσιαστή/αναρχικού είναι η περιθωριοποίηση του από αυτούς που θέλει να σώσει και ο μόνιμος εφιάλτης του η μετατροπή τού προστατευόμενου του από αντικείμενο σε υποκείμενο. Αυτό εμφανίζεται κάθε φορά όταν αυτοί για τους οποίους κάνει τα πάντα να τους σώσει, να τους απελευθερώσει, τον κάνουν στην μπάντα, στο περιθώριο της ιστορίας και γράφουν την δικιά τους ιστορία, χωρίς αυτόν ή και εναντίον του.

Τον πιάνει αμηχανία όταν τα τσογλανάκια, οι απολίτικοι πιτσιρικάδες πανηγυρίζουν και χλευάζουν την μελλοντική του πελατεία (λαό, προλεταριάτο), βγαίνοντας στους δρόμους με αλβανικές σημαίες για τη νίκη της αλβανικής ομάδας επί της ελληνικής. Τότε ξυπνά από τον επαναστατικό του λήθαργο και σπάζει το κεφάλι του, πως να αποτρέψει στο μέλλον τέτοιες παρεκτροπές (όχι φυσικά του όχλου αλλά των πιτσιρικάδων), θεωρεί υποχρέωση του να αναλύσει, να οργανώσει, ακόμη και να ταυτιστεί με τα θύματα («είμαστε όλοι Αλβανοί»), να κλέψει, να δανειστεί μνήμες (Πέρσι, στην 2η επέτειο της 4ης Σεπτέμβρη γράφανε στην αφίσα τους «Να βγούμε στο δρόμο! Να θυμηθούμε!» παρόλο που τότε ήσαν όλοι τους απόντες και επομένως δεν είχαν αντικείμενο μνήμης. Να θυμηθούνε δηλαδή τι, τις τότε διακοπές τους, τις εξετάσεις τους...).

Η έμπρακτη απάντηση του, τα μέτρα που παίρνει για να μην του ξεφύγουνε από τον έλεγχο είναι το στήσιμο επαναστατικών στεγανών πατροναρίσματος. Τα λενε συντονιστικά, τα λενε αντιρατσιστικά φεστιβάλ, τα λενε επιτροπές μεταναστών, τα λενε έτσι, τα λενε αλλιώς ...και ζει τουλάχιστον για ένα διάστημα με την ψευδαίσθηση της προσωρινής ηρεμίας, της προγραμματισμένης του επαναστατικής διαδικασίας κλπ. Και όταν οι προστατευόμενοι του, παρά τα μέτρα περιφρούρησης του επαναστατικού θησαυρού του, σπάνε τα στεγανά αυτά, τότε φοράει πάλι την απαίσια φόρμα του συμμαθητή, του γειτονόπουλου που έδερνε και έβριζε στο σχολείο και στη γειτονιά με την ίδια γνωστή επικίνδυνη ζωντάνια και αποφασιστικότητα όπως και παλιά, αυτή τη φορά με τη μορφή του αντιρατσιστή:

«Η σημερινή πορεία ξεκίνησε δυναμικά από την Ομόνοια με αρκετά μεγάλη συμμετοχή μεταναστών κυρίως από Μπαγκλαντές, Πακιστάν και αφρικανικές χώρες. Στο ύψος της Βουλής, ένα κομμάτι της πορείας, αποτελούμενο αποκλειστικά από μετανάστες, αποκόπηκε από αυτή και έκανε στάση με δυναμική διάθεση απέναντι στις διμοιρίες των αστυνομικών που ήταν παραταγμένοι στην είσοδο της Βουλής. Μόλις έγινε αντιληπτή αυτή η κίνηση αρκετοί από τον κύριο όγκο της πορείας κατευθύνθηκαν προς αυτό το σημείο. Για αρκετά λεπτά οι μετανάστες στέκονταν μπροστά στις διμοιρίες και φώναζαν με παλμό συνθήματα, δημιουργώντας ένα έντονο κλίμα που έδειχνε ότι θα μπορούσε να εξελιχθεί στη συνέχεια με πιο δυναμική μορφή. Σε αυτό το σημείο έγινε εμφανής η παρουσία ατόμων από ελληνικές οργανώσεις, που συγκεντρώθηκαν και στάθηκαν ανάμεσα στους μετανάστες και τις διμοιρίες. Ταυτόχρονα άλλα μέλη ελληνικών οργανώσεων που ανήκαν στους διοργανωτές της πορείας, προσπαθούσαν με πιο διαλλακτικό τρόπο να ηρεμήσουν τα πνεύματα στις γραμμές των μεταναστών, οι οποίοι όμως συνέχισαν να παραμένουν εκεί φωνάζοντας συνθήματα. Σε αυτή τη φάση άρχισαν αψιμαχίες σχετικά με το αν έπρεπε να ελεγχθεί η κατάσταση ή να αφεθεί να εξελιχθεί σύμφωνα με την αυθόρμητη διάθεση των μεταναστών. Η απάντηση ήταν η δημιουργία μια «προστατευτικής» αλυσίδας από μέλη κυρίως μιας ελληνικής οργάνωσης (ΞΕΚΙΝΗΜΑ), οι οποίοι μάλιστα κρατούσαν και καδρόνια. Απογοητευμένοι από αυτή την αντίδραση οι μετανάστες οπισθοχώρησαν και κατευθύνθηκαν προς την Ομόνοια... (από την ανακοίνωση της πρωτοβουλίας από το στέκι Αλβανών μεταναστών, με αφορμή την πορεία της 10ης/12/2005)

. ..ακόμα και το παιχνίδι του καλού μπάτσου («προσπαθούσαν με πιο διαλλακτικό τρόπο να ηρεμήσουν τα πνεύματα στις γραμμές των μεταναστών») και του κακού μπάτσου («Η απάντηση ήταν η δημιουργία μια «προστατευτικής» αλυσίδας από μέλη κυρίως μιας ελληνικής οργάνωσης (ΞΕΚΙΝΗΜΑ), οι οποίοι μάλιστα κρατούσαν και καδρόνια») έχουν μάθει να παίζουν.

Και η απάντηση; Παρόλο που παραδέχονται απροκάλυπτα το γεγονός [v] , και μάλιστα επειδή πιάστηκαν στα πράσα βιάζονται να καρφώσουν και τους συνένοχους τους («νεολαία ΣΥΝ, ομάδα Virus, Δίκτυο και ανένταχτοι») και κατά συνέπεια το ελάχιστο που θα περίμενε κανείς θα ήταν μια οξεία αυτοκριτική με ανάλογες συνέπειες για το μέλλον, ξαναπαίρνουν στα χέρια τα καδρόνια (αυτή τη φορά τα καδρόνια του προστάτη και του ελεγκτή) και συνεχίζουν την ...πατερναλιστική τους πορεία:

«Η περιφρούρηση της συγκέντρωσης έχει να κάνει με τον ίδιο το χαρακτήρα της πορείας. Ήταν μια πορεία με σημαντική παρουσία μεταναστών. Πολλοί από αυτούς δεν είχαν καν τα απαραίτητα χαρτιά ή ήταν παράνομοι. Την ίδια ώρα υπήρχαν μπλοκ στα οποία συμμετείχαν και μικρά παιδιά (KASAPI, YRE...). Μια σύγκρουση με την αστυνομία θα οδηγούσε σε συλλήψεις μεταναστών, θα διέλυε την πορεία και θα απέτρεπε τους ίδιους τους μετανάστες να συμμετέχουν σε ανάλογες πορείες στο μέλλον. Οι οργανώσεις που δουλεύουν ΜΕ τους μετανάστες και έχουν μια πραγματική σχέση μαζί τους καταλαβαίνουν ότι το αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης με την αστυνομία θα ήταν αρνητικό για τους ίδιους» (από την απάντηση του Ξ στην ανακοίνωση της πρωτοβουλίας από το στέκι Αλβανών μεταναστών, «Ρατσισμός Τεύχος 128»), αψηφώντας έτσι συνειδητά τη στάση και αντίληψη αυτών που θέλουν .. ακόμη και με καδρόνια να προστατεύσουν:

«Είναι από τις ελάχιστες φορές που οι μετανάστες είχαν έντονη και δυναμική παρουσία σε πορεία, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο την αγανάκτηση και την οργή τους απέναντι στις μεταναστευτικές πολιτικές και πρακτικές καταστολής. Παρά τη μειοψηφική παρουσία μας στην ομάδα των μεταναστών που βρέθηκε μπροστά στις διμοιρίες, έχουμε χρέος να εκφράσουμε την αντίθεσή μας απέναντι στην νοοτροπία της «προστασίας» των μεταναστών χωρίς να ληφθεί καν υπόψη η βούληση των ίδιων. Οι μετανάστες συνειδητά κατέβηκαν στην πορεία, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της επιλογής τους. Οι μετανάστες συνειδητά αποκόπηκαν από την καθορισμένη διαδρομή κινούμενοι από την ανάγκη να απευθυνθούν κάπου συγκεκριμένα, εκφράζοντας τελείως ανθρώπινα το θυμό τους. Ας μην ξεχνάμε ότι εμείς οι ίδιοι βιώνουμε στο πετσί μας τη φρίκη της αστυνομικής βίας, τον παραλογισμό της διαδικασίας της νομιμοποίησης και τον κρατικό ρατσισμό, γεγονός που μας δίνει κάθε δικαίωμα να επιλέξουμε τον τρόπο με τον οποίο απαντάμε σε όλα τα παραπάνω, τον τρόπο με τον οποίο παλεύουμε για την ίδια μας τη ζωή. Ας μην ξεχνάμε ότι τέτοιου είδους αυθόρμητα ξεσπάσματα σημαίνουν και υπέρβαση του φόβου που κυριαρχεί τους μετανάστες, τη στιγμή που επί 15 χρόνια δεν τολμούσαν ούτε να κοιτάξουν στα μάτια έναν αστυνομικό.

Θεωρούμε ντροπή οι άνθρωποι οι οποίοι κατά τη διάρκεια της πορείας φώναζαν «Έλληνες και ξένοι εργάτες ενωμένοι», αυτοί οι ίδιοι να παρατάσσονται με καδρόνια απέναντι στους μετανάστες, επιδιώκοντας να βάλουν ένα όριο στην αυθόρμητη έκφρασή τους. Η θέση μας είναι ότι οι μετανάστες μέσα από τέτοιες κινήσεις διαμορφώνουν αυτόνομα τον πολιτικό και κινηματικό τους λόγο και όποιος επιδιώκει να τους χειραγωγήσει επιβραδύνει αυτή την εξέλιξη, ελπίζουμε όχι συνειδητά(από την ανακοίνωση της πρωτοβουλίας από το στέκι Αλβανών μεταναστών).

Όταν, δε, οι ελάχιστες εξαιρέσεις που γράφουμε στην 2η υποσημείωσή μας τολμούν να επέμβουν, τους καταδεικνύουν με το δάκτυλο, μετατρέποντας τους εαυτούς τους από θύτες σε θύματα:

 «Αντίθετα, όταν οι μετανάστες έφυγαν από τη Βουλή και κατευθύνθηκαν προς την Ομόνοια μια ομάδα 3-4 κυρίως Ελλήνων ήταν αυτή που επιτέθηκε σε συντρόφους του Ξ γιατί εμπόδισαν υποτίθεται τους μετανάστες να εκφράσουν την 'αυθόρμητη οργή τους' απέναντι στην αστυνομία» (από την απάντηση του Ξ) . ..μεταφράζουμε για όσους δεν ξέρουν να διαβάζουν αριστεροελληνικά: βάζουν την φράση αυθόρμητη οργή τους σε εισαγωγικά, για να στιγματίσουν τους μετανάστες ως στημένους προβοκάτορες! Έτσι δεν απομένει τίποτε άλλο από το να επαναλάβουμε την καθάρια και τελεσίδικη διαπίστωση της πρωτοβουλίας από το στέκι Αλβανών μεταναστών:

 «Δεν ευελπιστούμε ότι θα αλλάξουμε με αυτό την πρακτική που ακολουθούν πολλές αντιρατσιστικές οργανώσεις, που πατρονάρουν τους μετανάστες και τους αντιμετωπίζουν ως πολιτικά αντικείμενα και όχι ως υπεύθυνα υποκείμενα. Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι είμαστε σε θέση να έχουμε άποψη και πολιτικό λόγο, καθώς και την ευθύνη των πολιτικών επιλογών μας, επιδιώκουμε την αλληλεγγύη, τη συνεργασία και την υποστήριξη των ελληνικών οργανώσεων και ομάδων, αλλά σε καμία περίπτωση την προστατευτική τους ομπρέλα».

Και οι άλλοι, οι «άψογοι», οι «καθάριοι»; Τσιμουδιά για αυτό ή για τις άλλες, τις καθημερινές βρωμιές τους. Κρύβουν τέτοιες ανακοινώσεις- καταπέλτες στα χρονοντούλαπα τους, τα λύνουν συντροφικά μεταξύ τους, φροντίζουν με κάθε μέσο να μην βγούνε παρόμοιες ενοχλητικές καταγγελίες στην επιφάνεια ή στο χαρτί (γιατί ως γνωστό «αποπροσανατολίζουν το κίνημα»). Ούτε κατά διάνοια να βγουν και να καταδικάσουν τέτοιες οργανώσεις και πρακτικές!

Το αστείο είναι ότι δίνουν μεγάλη βαρύτητα στο διαχωρισμό αριστερών από τη μια μεριά και αντιεξουσιαστών/αναρχικών από την άλλη, παρόλο που είναι κοινό μυστικό ότι αποτελούν μια αγία, καθολική και αποστολική οικογένεια συνεργατών, που εμφανίζουν μια ακράδαντη συνοχή κάθε φορά που είναι απαραίτητη η συνενοχή τους. Έτσι ακριβώς φέρθηκαν στη βεβήλωση του μνημείου του Ολοκαυτώματος στην Θεσσαλονίκη από το ΚΚΕ, έτσι φέρθηκαν στη διαδήλωση της Αμάρυνθου. Μια ζωή συνένοχοι ...

Αντί αυτού, τρομάζουν στη σκέψη και μόνο να κατέβουν στην επόμενη διαδήλωση με την αλβανική σημαία, την μόνη σήμερα σωστή πράξη, τη μόνη σήμερα ενέργεια που αξίζει την επωνυμία επαναστατική, αναρχική κλπ., αντί του Α στον κύκλο που όπως και να το κάνουμε πήρε ήδη το δρόμο του Φολκλόρ (το να κυκλοφορείς στους δρόμους σήμερα με αλφάδι στην μπλούζα μπορεί να είναι θέμα «sic!» και «in», το να το ρισκάρεις με την αλβανική σημαία είναι θέμα σωματικής ακεραιότητας). Και αντιπαραθέτουν τις θεωρίες τους για εθνικιστικές σημαίες, για διάλυση κρατών κλπ. (ως γνωστό, όσο πιο αφηρημένο τόσο πιο ανεύθυνο). Για να το εξηγήσουμε: Μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο κοκκινόμαυρο πανί με το Α στον κύκλο και το κοκκινόμαυρο πανί με τον αετό δεν βλέπουμε. Και τα δυο είναι σύμβολα έκφρασης της ταυτότητας ομάδων (πληθυσμιακών, ιδεολογικών κλπ) . Η μόνη διαφορά που απομένει είναι το design, δηλαδή θέμα εμφάνισης και επομένως θέμα γούστου.

Όμως όταν κάποιος δέχεται επίθεση επειδή είναι Αλβανός, δεν είναι θέμα γούστου να αντισταθεί, να αμυνθεί σαν Αλβανός και σαν τίποτε άλλο!

Και μια λεπτομέρεια: Το κοινό που έχουν οι ελληναράδες με τους διάφορους Α, είναι ότι και οι δυο πλευρές επιδιώκουν να μην είσαι Αλβανός, να μην ακουστεί «ναι ρε, Αλβανός», να ξεχάσεις ότι είσαι τέτοιος (υποτίθεται για διαφορετικούς λόγους... αλλά με το ίδιο αποτέλεσμα).

 

Μερικά πράγματα είναι τόσο λάθος, που ακόμη και το αντίθετο τους δεν είναι σωστό

 

Έτσι ζουν και βασιλεύουν ή καλύτερα απολαμβάνουν και αυτοί τα αποτελέσματα της ρατσιστικής καταπίεσης, της ρατσιστικής εκμετάλλευσης, της ρατσιστικής υπεροψίας:

 

-          Γεμίζουν την Αθήνα και τις άλλες μεγαλουπόλεις με αντιρατσιστικές αφίσες και αντιρατσιστικά φεϊγβολάν, όχι γιατί έχουν τεράστιους οικονομικούς πόρους για την εκτύπωση τους αλλά γιατί στα τυπογραφεία δουλεύουν φτηνά εργατικά χέρια Αλβανών και άλλων μεταναστών.

 

-          Έχουν την δυνατότητα να αγοράζουν αντιρατσιστικά βιβλία και συγγράμματα ενάντια στην εκμετάλλευση και τις φυλετικές διακρίσεις, όχι γιατί έχουν άνετους πόρους, αλλά γιατί στις αποθήκες των εκδοτικών οίκων και αλλού, δουλεύουν φτηνά εργατικά χέρια Αλβανών και άλλων μεταναστών.

 

-          Όταν λενε και γράφουν ότι η αιτία για τα πογκρόμ είναι η καπιταλιστική εκμετάλλευση και καταπίεση, όταν βλέπουν στα πογκρόμ μια δικαιολογημένη κοινωνική διαμαρτυρία («σε λάθος κατεύθυνση» μεν αλλά παρόλα αυτά μια διαμαρτυρία) τότε δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να θέλουν να κερδίσουν από τα πογκρόμ θετικά οφέλη, θέλουν να ανακαλύψουν στον δολοφονημένο Αλβανό και μια άλλη, θετική πλευρά.

 

-          Για ιδιώτες κοινωνικούς αντάρτες τους έρχεται η ιδέα να βγάλουν αφίσες συμπαράστασης και να οργανώσουν διαδηλώσεις υπέρ τους. Όταν όμως εγκωμιάζουν μόνο αυτούς που έχουν ελληνική καταγωγή και ... ξεχνούν τους άλλους, τότε το πραγματικό μήνυμα δεν είναι πια «καλή σου τύχη μάγκα» αλλά κάποιο άλλο: Ότι μόνο έλληνες έχουν δικαίωμα να ληστεύουν ελληνικές τράπεζες! Πόσοι Αλβανοί έχουν ληστέψει τράπεζες και άλλα ευγενή ιδρύματα; Πόσοι Αλβανοί έχουν αποδράσει και θεαματικά μάλιστα (μια που αυτό τραβάει όπως φαίνεται, μια απλή απόδραση δεν τους φτάνει) από τα ελληνικά Αλκατράζ; Πόσες αφίσες συμπαράστασης βγήκαν για αυτούς; Καμία! Πόσες διαδηλώσεις γίνανε; Ούτε μία! Γιατί πρόκειται για τους «άλλους», τους διαφορετικούς και όχι για τα ελληνικά γονίδια από το Καρπενήσι. Και για να μην παρεξηγηθούμε: Ένας Πάσαρης ή ένας Παλαιοκώστας έχει δείξει ήδη περισσότερα δείγματα αντιρατσιστικής συμπαράστασης και συμπεριφοράς από τους πιο πιστούς οπαδούς της επανάστασης, του αναρχισμού και όποιου άλλου -ισμού.

 

-          Όταν τα περασμένα Χριστούγεννα στην Αμάρυνθο (αυτή η κατοικημένη ακόμη περιοχή πρέπει μάλλον να έχει κάτι το ιδιαίτερο πάνω της), η αστυνομία της Εύβοιας, με αφορμή μια ληστεία τριών κουκουλοφόρων σε ένα σπίτι, το έριξε στο ανελέητο ανθρωποκυνηγητό των ... Αλβανών μεταναστών (ως γνωστόν και πίσω από τις κουκούλες τους αναγνωρίζουν) και τα ΜΜΕ στην όξυνση του ήδη τεταμένου αντιαλβανικού μένους, γίνανε μαζικές συλλήψεις Αλβανών μεταναστών (πάνω από 200 άτομα!). Στη Βόρειο Ελλάδα, την ίδια περίπου εποχή, σκότωσαν αστυνομικοί πισώπλατα έναν Ρομά, στην Κρήτη ένας υπερήλικας κρητικός πυροβόλησε και τραυμάτισε (μόνο) έναν Μολδαβό μετανάστη κλπ. κλπ. Οι μεγάλες μαχητικές διαδηλώσεις, τα οδοφράγματα των ελαρ/ελαν και η αυτοθυσία τους ενάντια σε αυτά τα αίσχη ήταν το κάτι άλλο (η μήπως τα μπερδεύουμε με τις κινητοποιήσεις τους για τους τρεις «δικούς τους»;).

 

-          «Επαναστατικοί» αυτοονομαζόμενοι «αγώνες» βγάζουν πολυσέλιδες προκηρύξεις με αφορμή μερικά τζάμια πρεσβείας που σπάσανε, αφιερώνοντας σεντόνια ολόκληρα στον ιερό τους πόλεμο ενάντια στο Ισραήλ, αλλά ... ξεχνούν να βάλουν έστω και δυόμισι φράσεις για τους μετανάστες και το φασιστοειδές καθεστώς διαβίωσης τους στην ίδια τους τη χώρα, τουλάχιστον έτσι ώστε να καλύψουν το κενό ανάμεσα στον πατριωτισμό τους και στον αντισημιτισμό τους. Έτσι επιβεβαιώνουν περίτρανα, ότι το εθνικό καθήκον διαφυλάσσεται πολύ πιο σίγουρα από αυτούς τους ελληνοαντι-ιμπεριαλιστές από ότι από τους απάτριδες (όπως θα λέγανε οι ελληνοκομμουνιστές) κοσμοπολίτες της κεφαλαιοκρατικής δεξιάς.

 

Η μόνη ικανοποίηση που μας μένει, είναι ότι οι προστατευόμενοί τους, τούς πήραν από καιρό χαμπάρι. Αυτή η λεπτομέρεια μετατρέπεται σε τραγελαφική κατάσταση, μιάς και δεν ξέρουν ότι το ξέρουν. Ακόμη και οι πιο «απολίτικοι», «άσχετοι» κλπ. Αλβανοί και οι άλλοι μετανάστες κατέχουν όλη τη νοηματική, ακουστική, οπτική και οσφρητική οξυδέρκεια που χρειάζονται για να τους καταλαβαίνουν ...πριν ανοίξουν καν το στόμα τους. Ή για να το πούμε με τα λόγια ενός άλλου μυσταγωγού του είδους τους: «Εκείνος που δεν γνωρίζει, και δεν γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει, είναι ένας ηλίθιος, απόφυγέ τον!» (Mevlana Celaleddin-i Rumi)

 

«Τι να κάνουμε» (Λένιν)

 

Τίποτε. Μάλλον καλύτερα να ρωτήσουμε τι να αφήσουμε: Καταρχάς τους μετανάστες ήσυχους, υλοποιώντας οι ίδιοι το σύνθημα «κάτω τα χέρια από τους μετανάστες», μην ξεχνώντας ποτέ, ότι η διαφορά ανάμεσα στο να είναι κανείς ενάντια στους ελληναράδες και στο ρατσισμό από το να ζει καθημερινά τον ρατσισμό στο πετσί του, είναι μια διαφορά «εφ όλης της ύλης»! Και να ασχοληθούνε με τον κυρ Μήτσο και την κυρά Κατίνα, με τον λαό τους. Όχι σαν αντικείμενο για την επανάσταση αλλά σαν υποκείμενο που όπως κάθε υποκείμενο έχει ευθύνη των πράξεων του και επομένως και των συνεπειών τους.

Δείγματα τέτοιας συμπεριφοράς υπάρχουν: Η επίσκεψη στους μπάτσους του τμήματος του Αγίου Παντελεήμονα και η επίσκεψη στους κατοίκους της Αμάρυνθου. Ανεξάρτητα από την διαφορετικότητα του αποτελέσματος, η ουσία ήταν η ίδια, απόλυτα ίδια. Είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ενάντια στους θύτες με ή χωρίς στολή. Εδώ όμως θαυμάζουν όλοι την επίσκεψη στον Παντελεήμονα και συκοφαντούν την επίσκεψη στην Αμάρυνθο.

 

Αντί αυτού, συνεχίζουν τα αγαπημένα τους αθλήματα δρόμου και παλεύουν για χίλια-δυο άκρως αφηρημένα (διεθνής επανάσταση, απελευθέρωση διαφόρων χωρών, λαών, φυλών και εθνών) ή άκρως ηλίθια θέματα, όπως για την αύξηση των μισθών των εκπαιδευτικών τους ή για το άρθρο 16, υμνώντας την κρατική πλύση εγκεφάλου (κρατική παιδεία), σαν το σωτήριο μέσο για την σταδιοδρομία τους, χωρίς να τους έρχεται ούτε καν η ιδέα να απαιτήσουν για παράδειγμα την επίσημη εκμάθηση της αλβανικής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία (ναι ρε, από Αλβανούς δασκάλους), παρόλο που οι Αλβανοί μετανάστες είναι εκατοντάδες χιλιάδες. Κριτικάρουν για χίλια-δυο τα ΜΜΕ αλλά ούτε καν τους έρχεται η ιδέα να απαιτήσουν για παράδειγμα αυτόνομες τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές στα αλβανικά (ναι ρε, από Αλβανούς) παρόλο που οι Αλβανοί μετανάστες είναι εκατοντάδες χιλιάδες.

Για δυναμικές επεμβάσεις στους χώρους και στους χρόνους όπου εξελίσσεται, οξύνεται και ξεσπάει η ελληνική κοινωνία, .. ούτε λόγος να γίνεται.

 

Εν όψει αυτής της αθλιότητας της ελληνικής κοινωνίας και της ελεεινότητας των πρωτοποριών της, μετατρέπονται ακόμα και τέτοια απλά, ρεφορμιστικά και αυτονόητα σε άλλους καιρούς και σε άλλες κοινωνίες συγκεκριμένα αιτήματα σε κοινωνικό δυναμίτη που περιμένει και επιμένει υπομονετικά να του ανάψουν το φυτίλι...

 

Ανεπίσημοι αριθμοί μιλάνε για 700 με 800 χιλιάδες μόνιμους ή παράνομους Αλβανούς και Αλβανίδες στην Ελλάδα.

 

Τους ευχόμαστε και τις ευχόμαστε με όλη μας την καρδιά να εκατομμυριοστήσουν!

 

Café Morgenland Φλεβάρης 2007

  

ΥΓ. Ευχαριστούμε θερμά τους Αλβανούς μετανάστες από την Αθήνα και την επαρχία για τις πολύτιμες - γραπτές και προφορικές - πληροφορίες που θέσανε στην διάθεση μας. Χωρίς αυτούς θα ήταν η γραφή αυτού του κειμένου αδύνατη. 

______________________________________________________________________

[i] Αναφερόμαστε κύρια στους Αλβανούς μετανάστες, όχι επειδή τους θεωρούμε σαν το πιο επαναστατικό τμήμα των μεταναστών (αυτά τα αφήνουμε στις διάφορες φεντεραξιόν), ούτε επειδή αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα των μεταναστών, αλλά για έναν και μοναδικό λόγο: Οι Αλβανοί μετανάστες, τόσο παλιότερα όσο και σήμερα βρίσκονται στο στόχαστρο των πλειοψηφικών και των συνοδοιπόρων τους. Όσο λοιπόν θα είναι έτσι τα πράγματα.... ναι ρε, Αλβανοί (for ever).

[ii] ελαρ: Ελληνοαριστεροί, ελαν: Ελληνοαντιεξουσιαστές/Ελληνοαναρχικοί. Οι ελάχιστες αναρχικές, αυτόνομες και άλλες συλλογικότητες και άτομα που αποτελούν εξαίρεση αυτού του κανόνα, δεν επηρεάζουν δυστυχώς την συνολική εικόνα της ελαρ/ελαν

[iii] Δολοφονία του 20χρονου Αλβανού μετανάστη Γκράμος Παλούσι στις 4ης του Σεπτέμβρη του 2004

[iv] Δολοφονία με 17 μαχαιριές του 17χρονου Αλβανού μετανάστη Γιαχάϊ Εντισόν την 1η Γενάρη του 2006 (στο Ηράκλειο ξεκίνησε ήδη η δίκη των άμεσων δολοφόνων του. Αυτοί όμως που τους όπλισαν ...αθώοι εξ ορισμού)

[v] «Όταν ένα κομμάτι των μεταναστών κατευθύνθηκε προς τη Βουλή, όντως πολλοί σύντροφοι από το Ξεκίνημα αλλά και από άλλες οργανώσεις (νεολαία ΣΥΝ, ομάδα Virus, Δίκτυο και ανένταχτοι) καθώς και από τις κοινότητες μεταναστών έκαναν αλυσίδα προκειμένου να αποτρέψουν μια ενδεχόμενη σύγκρουση» (από την απάντηση του Ξ στην ανακοίνωση της πρωτοβουλίας από το στέκι Αλβανών μεταναστών)

 
Café Morgenland