Café Morgenland

click_for_german

Γερμανοί εν καιρώ ειρήνης
«Στην επιλογή των εχθρών του, πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός», Oscar Wilde


Στη Δύση, στο Randerath της βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας, ήταν όλα έτοιμα στις 4 του Μάρτη του 2009. Αποφασισμένοι και με αυτοπεποίθηση μαζεύτηκαν μπροστά στο σπίτι. Η πολιορκία μπορούσε να αρχίσει. Από τότε, εδώ κι ένα χρόνο δηλαδή, κάθε βράδυ, μαζεύονται με τα απαραίτητα αξεσουάρ: λαμπάδες, μεγάφωνα και χορωδιακά συνθήματα. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Το υποκείμενο[1] που θέλουν να αποτελειώσουν είναι αποκλεισμένο στο αμπαρωμένο σπίτι. Ο αδελφός του, στο σπίτι του οποίου βρήκε καταφύγιο, προσπαθεί να τον καθησυχάσει... δεν τα καταφέρνει όμως, διότι η πραγματικότητα έξω μιλάει μια εντελώς άλλη γλώσσα.

Τι έγραφε – κατ εξαίρεση σωστά – η εφημερίδα ΤΑΖ; «Μήπως αν δεν υπήρχαν κάμερες εκεί, θα ήταν η κατάσταση στο Randerath πιο ήρεμη για όλους τους συμμετέχοντες; Μάλλον όχι. Χωρίς τη βαλβίδα της αναμετάδοσης των γεγονότων, ο όχλος πιθανόν να μετατρεπόταν σε μάζα λιντσαρίσματος. Οι εικόνες δείχνουν μάλιστα και ποιοί είναι σε θέση να το κάνουν: γονείς που παίρνουν τα παιδιά τους για το ανθρωποκυνηγητό μαζί τους και τα ενθαρρύνουν να κρατάν μπροστά στις κάμερες πλακάτ με την επιγραφή «έξω γουρούνι!». Η κακοποίηση έχει πολλές όψεις. Αυτή εδώ είναι μια ιδιαίτερα ύπουλη». (Taz, 15.01.2010)

Στην Ανατολή, στο Gadebusch του Mecklenburg-Vorpommern, επαναλήφθηκε στις 28 του Οκτώβρη του 2009 η ίδια εικόνα – με τη γνωστή όμως οξυμένη ανατολική χροιά. Μερικές εκατοντάδες κάτοικοι, δηλαδή όλοι όσοι μπορούσαν κάτι να προσφέρουν στο αποτελείωμά του[2], ακολούθησαν τον προορισμό τους: 15 άτομα του όχλου από τους πιο γερμανούς, προσπάθησαν να εισβάλουν στο σπίτι του. Ήθελαν να τον πιάσουν και να τον αποτελειώσουν. 40 αστυνομικοί χρειάστηκαν για να το αποτρέψουν.

Τα παραπάνω είναι μερικές – λίγο-πολύ τυχαίες – εκφράσεις ενός παραδοσιακού ηθικού αξιώματος το οποίο πάντα επαναλαμβάνεται και οδηγεί τους γερμανούς να προσπαθούν να μετατρέπουν κάθε έγκλημα τους σε υψηλή τέχνη με διασκεδαστική αξία.

Κι όταν έρχεται η κατάλληλη στιγμή, αρκεί απλώς να μεταδώσει κάποιος την είδηση για το ποιος πρέπει να εξοντωθεί. Όλα τα άλλα μετά ακολουθούν γρήγορα, αυτομάτα, με ακρίβεια και με δολοφονική αποφασιστικότητα.

«Στον πρώτο όροφο παίζει κάποιος βιολί, στο υπόγειο ανοίγει κάποιος το γκάζι»  (T. Bernhard)

Αλλά για να μην χαλάσουμε το κέφι σας με τέτοιες εικόνες, ας προσανατολιστούμε στους πραγματικούς αγώνες του καιρού μας, σε αυτούς που χτυπούν στον παλμό της γερμανοαριστερής καρδιάς. Διότι εκτός από αυτή την ανεξέλεγκτη μάζα, υπάρχει και μια άλλη: η οργανωμένη, η προλεταριακή, η αγωνιζόμενη, η πειθαρχημένη. Για παράδειγμα ο  αγώνας των εργατών της Opel, που παλεύουν για την εξασφάλιση των θέσεων εργασίας τους, για να είμαστε πιο ακριβείς, για την επιβίωση των γερμανικών τόπων παραγωγής, ενάντια στους «καουμπόηδες από το Ντιτρόιτ» και υπερ της εταιρείας Magna και της γερμανικής ποιότητας δουλειάς. Τραβώντας όλοι ενωμένοι το ίδιο σχοινί. Κυβέρνηση, αντιπολίτευση, εργοστασιακή ηγεσία,  εργαζόμενοι. Το σύνολο του λαού σε ένταση. Νέοι εργατικοί ηγέτες γεννήθηκαν. Λέγονται Roland και Koch, Jürgen και Rüdgers[3] κλπ. Που τα λένε όλα. Τι έλεγε προσεχτικά μια σχολιάστρια του δεύτερου προγράμματος της ηλεόρασης: «Μήπως όμως έτσι οξύνεται ο αντιαμερικανισμός;» όταν βέβαια ήδη αυτός είχε γίνει ο κύριος μοχλός της κινητοποίησης.

Για την επιτυχία αυτού του σκοπού ηταν πρόθυμοι να φτάσουν στα άκρα: γερμανική κρατική βοήθεια ύψους 4,5 δις ευρώ, εθελοντική περικοπή μισθών και χριστουγεννιάτικου δώρου, ύψους πάνω από 250 εκ. ευρώ το χρόνο! Διαδηλώσεις και απεργίες δεκάδων χιλιάδων στα εργοστάσια της Opel στο Rüsselsheim, το Eisenach, την Kaiserslauter και το Bochum. Οι διαδηλώσεις έγιναν αποκλειστικά ενάντια στη μητρική εταιρεία General Motors, για  να αναγκαστεί να πουλήσει την Opel στην Magna.

Ακόμη και ο προλεταριακός διεθνισμός έγινε έμπρακτος, με τα γνωστά γερμανικά χαρακτηριστικά του: διατήρηση των εργοστασίων στη γερμανία και κλείσιμο των εργοστασίων στην Αμβέρσα, στην Ισπανία, στην Αγγλία. Το πέτυχαν μετά απο σκληρές διαπραγματεύσεις με τη μελλοντική μητρική υποψήφια εταιρεία Μagna και με τους εκπροσώπους του γερμανικού προλεταριάτου (γερμανική  κυβέρνηση). Έτσι ήταν γραμμένο  και το αίτημα των εργαζομένων στα πανό τους: «Για την παραμονή των εργοστασίων στην περιοχή μας, στη Γερμανία, στην Ευρώπη». Ακριβώς με αυτή τη σειρά και προτεραιότητα. Και, ξαφνικά, τα αμερικανάκια τράβηξαν μια γραμμή κάτω απο τους λογαριασμούς των γερμανικών μαθηματικών. Θέλουν να κρατήσουν λέει την Opel και να μην την πουλήσουν.
Διότι όταν τα λαϊκίστικα ένστικτα των γερμανών έρχονται σε αντίθεση με τη λογική του επενδυτικού κεφαλαίου της
General Motors, η GM αποφασίζει πάντα υπέρ του δεύτερου.

Η ειρωνεία εδώ βρίσκεται στο ότι ακόμη και ο στυγνός καπιταλισμός είναι πιο ανθρώπινος από τον
völkisch (φασιστολαϊκιστικό) λόγω του ορθολογισμού του. Αν οι γερμανοί τα κατάφερναν όπως το θέλανε, θα είχαμε το κλείσιμο όλων των τόπων παραγωγής στις άλλες χώρες, πολύ περισσότερους από 10.000 άνεργους σε αυτές τις χώρες  (μιας και η Magna θα έκλεινε τα εργοστάσια εκεί) και οι γερμανοί θα κάλυπταν και αυτά τα κενά με γερμανικά εργατικά χέρια... αυτή όμως ήταν ακριβώς και η πολιτική του χίτλερ σε κοινωνικά ζητήματα και θέσεις εργασίας. Γι αυτό και το σύνθημα των ναζί που έχει τη μεγαλύτερη απήχηση εδώ είναι το «Δουλειά πρώτα για τους γερμανούς».

Κάτι το οποίο σημαίνει ότι οι απολύσεις των 10.000 εργαζομένων θα μοιραστούν σε όλα τα εργοστάσια της Ευρώπης. Αυτό προκαλεί θυμό, εργατικό θυμό. Ο
Rüdgers σήκωσε ήδη τη γροθιά του, όπως παλιά, όταν είχαμε τη συμφορά της μεταφοράς του εργοστασίου της Νόκια από το Bochum στους τεμπέληδες, άσχετους και αναλφάβητους ρουμάνους. «Και σε αντίθεση με τους εργάτες της περιοχής της Ρουρ, οι Ρουμάνοι δεν έρχονται στη δουλειά τους στις 7 η ώρα το πρωί για να δουλέψουν μέχρι το τέλος, αλλά έρχονται και φεύγουν όποτε τους καπνίσει και δεν ξέρουν πώς να δουλεύουν».

Διότι οι γερμανοί εργάτες της Opel είναι υπερήφανοι για την εταιρεία τους και τις μακρόχρονες γνώσεις τους. Έχουν γίνει ένα με την Opel. Το λένε και το γράφουν στα φανελάκια τους: «Είμαστε Opel».. λείπει μόνο το τατουάζ της μάρκας στο μέτωπό τους, η αστραπή στον κύκλο, για να κάνουν αυτό το εσωτερικό συναίσθημά τους αιώνιο. «Η Opel έχει  παράδοση στην κατασκευή καλών αυτοκινήτων» λένε, «το γνωστό kadett παλιότερα, το insignia σήμερα, που βραβεύτηκε μάλιστα και σαν αυτοκίνητο της χρονιάς» ανακοινώνουν υπερήφανοι. Εδώ όμως δείχνουν μια λανθασμένη ταπεινοφροσύνη. Διότι για να το ολοκληρώσουμε, πρέπει παρεμπιπτόντως να τονίσουμε ότι και πολύ παλιότερα κατασκεύαζαν καλά, πολύ καλά αυτοκίνητα. Για παράδειγμα, το επίσης γνωστό μοντέλο Opel-Blitz. Ναι μεν ήταν φορτηγό, αλλά από μια άποψη επίσης ήταν και μεταφορικό μέσο ατόμων. Ιδιαίτερα όταν ο Φύρερ διάλεξε αυτό το μοντέλο για να πραγματοποιήσει το πρόγραμμα της ευθανασίας του για τους ψυχικά αρρώστους. Ήταν η πρώτη γενιά των φορτηγών θανάτωσης με καυσαέρια της εξάτμισης. Δηλαδή πρωτοποριακό, λόγω της απόλυτης επιτυχίας του, έστω και αν αργότερα αντικαταστάθηκε από μια άλλη μάρκα, από το Σάουρερ. Όμως, ακόμη κι ο λόγος της αντικατάστασης του δεν ήταν το ότι δεν ήταν τεχνικά ώριμο ή ότι δεν έβγαζε επαρκή καυσαέρια, αλλά απλώς και μόνο η περιορισμένη χωρητικότητα του. Διότι το Opel-Blitz είχε απόβαρο 3,5 τόνων, που σύμφωνα με την τότε ισχύουσα κλίμακα του εθνικοσοσιαλισμού για τα μέσα μεταφοράς, χωρούσε μόνο 50 ανθρώπους, ενώ το Σάουρερ είχε 5 τόνους απόβαρο και χωρούσε πάνω από 70 άτομα.

  opel blitz Το γνωστό Opel Blitz

Και ενώ σήμερα η αντικαπιταλιστική πρωτοπορία ψάχνει την καλύτερη κόλλα, δηλαδή  το μέσο για να κολλήσει με το αντικαπιταλιστικό και επαναστατικό υποκείμενο στους χώρους παραγωγής, εμείς επιμένουμε σε πρωτόγονες ερωτήσεις του είδους: «πόση τεχνική εμπειρία μεταφέρθηκε από το Opel-Blitz στο Opel-Insignia;», «πως κατάφεραν να περιορίσουν τα καυσαέρια του τότε Opel στα σημερινά αυστηρότερα όρια;»

Όσο για τον αντιαμερικανισμό, τουλάχιστον το Rüsselsheim όπου βρίσκεται το βασικό εργοστάσιο, έχει επίσης καλή παράδοση: «ήταν μια απαίσια δολοφονία ανυπεράσπιστων αιχμαλώτων πολέμου. Οι δράστες όμως δεν ήταν άνθρωποι των SS αλλά νοικοκυρές, εργάτες της Opel και άλλοι απλοί πολίτες του Rüsselsheim οι οποίοι στις 26 Αυγουστου 1944 σκότωσαν μια ομάδα αμερικανών πιλότων με σφυριά, δοχεία γάλακτος, μπουκάλες και ό,τι άλλο είχαν εκείνη τη στιγμή στα χέρια τους. 60 χρόνια μετά ήταν να τοποθετηθεί ένα μνημείο για την επί τόσα χρόνια ξεχασμένη πράξη. Με αυτή την πρόθεση όμως δεν συμφωνούσαν όλοι στο Rüsselsheim. Έγιναν αντιπαραθέσεις πριν τα εγκαίνια, για το κείμενο της αναμνηστικής πλακέτας. Τους 8 νεαρούς στρατιώτες τους έριξαν με τα βομβαρδιστικά τους δύο μέρες πριν στο Osnabrück. Στο δρόμο για το στρατόπεδο αιχμαλώτων στο Oberursel διέσχισαν το μόλις λίγο πριν βομβαρδισμένο από την αγγλική αεροπορία Rüsselsheim. Όταν δύο γυναίκες ούρλιαξαν βλέποντας τους «σκοτώστε τους στο ξύλο», δημιουργήθηκε ένας όχλος εκατό ατόμων και ξεκίνησε το κυνηγητό στην πόλη. Μπροστά σε έναν τοίχο από τούβλα οι 8 εξουθενωμένοι πέφτουν από το κυνηγητό και τα χτυπήματα στο έδαφος. Ένας άνδρας της Γκεστάπο πυροβολεί στον κρόταφο και σκοτώνει τέσσερις από τους ήδη μισοπεθαμένους Αμερικανούς. Δύο άλλοι επιζούν όμως, γιατί προσποιήθηκαν ότι είναι νεκροί. Μερικοί από τους δράστες περνάνε μετά τον πόλεμο από δικαστήριο. Υπάρχουν πέντε καταδίκες σε θάνατο και πέντε μακροχρόνιες φυλακίσεις. Κατά τον βομβαρδισμό των συμμάχων την προηγούμενη νύχτα, γεγονός που χρησιμοποιούσαν πάντα για να δικαιολογήσουν τη δολοφονία των 8 αμερικανών φαντάρων, έχασαν τη ζωή τους συνολικά 198 άτομα, εκ των οποίων οι 177 ήταν αιχμάλωτοι καταναγκαστικών έργων» (από το  Fluchschrift, «Γερμανικές μέρες, Γερμανικά εγκλήματα»).

Τον καιρό της τελευταίας ανασύστασης του εθνικού και διεθνούς κεφαλαίου, κατά την επονομαζόμενη «Κρίση», τον καιρό που ανακαλύφτηκαν πάλι οι «φορολογούμενοι» και οι «αδικημένοι», τον καιρό των «κερδοσκόπων» και των «ακριδών», εμφανίστηκε στη χώρα των Γερμανών μια σειρά από τέτοιες κρίσεις επιχειρήσεων. Από το Α όπως Adam Opel μέχρι το Z όπως SchikedanZ:

Για παράδειγμα η Porsche: και εδώ η ίδια επαναστατική στάση του προσωπικού: «είμαστε Porsche» έγραφαν στα φανελάκια τους. Και εδώ η εθελοντική αμνησία του ρόλου του παραγωγού πολεμικού υλικού και αγαπημένου μηχανικού του Φύρερ Ferdinand Porsche. Το ένα τρίτο του εργατικού προσωπικού της αποτελούταν από πολωνούς, ολλανδούς, βέλγους, τσέχους και ιταλούς αιχμαλώτους καταναγκαστικών έργων. Να μη μιλήσουμε και για την αριοποίηση απο την  Porsche της περιουσιας του εβραίου Rosenberg από το Pforzheim… αλλά ποιον να ενδιαφέρουν κάτι τέτοια σημερα... 

Άλλο παράδειγμα η BMW, της οποίας ο κύριος μέτοχος είναι η οικογένεια Quandt, που με την ιδιαίτερη αγάπη της για το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς και το πρόγραμμα «εξόντωσης μέσω εργασίας», κατέκτησε μια βραβευμένη θέση σε αυτή την κοινωνία. Αιχμάλωτοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης και καταναγκαστικών έργων έπρεπε να δουλεύουν κυριολεκτικά μέχρι θανάτου για την Δυναστεία -Quandt κάτω από τον έλεγχο των SS.

Άλλο παράδειγμα, η από την κρίση ταρακουνημένη εταιρεία παραγωγής μηχανών ΙΝΑ, της οικογένειας  Schäffler, που ήταν πέρσι στους κεντρικούς τίτλους των ΜΜΕ λόγω κινδύνου ξεπουλήματος από την Continental και λόγω κινδύνου πτώχευσης. Και ποιος ήταν ο λόγος προς την κυρία Schäffler όταν της απένειμε ο Δήμαρχος του Höchstadt, Gerald Brehm, τον τιμητικό τίτλο του «επίτιμου πολίτη»; «Πάρα πολλές οικογένειες εργατών όλης της περιοχής σας ευγνωμονούν. Με την προσωπικότητα σας, με την κοινωνική σας υποστήριξη και με τον συμπαθητικό σας χαρακτήρα κερδίσατε τις καρδιές του πληθυσμού». Πράγματι αλήθεια!  Εξάλλου, δεν κέρδισε μόνο την καρδιά του πληθυσμού αλλά και την καρδιά της εταιρείας που παλιότερα λεγόταν Davinstan AG, μία αριοποιημένη από την Πολωνία εταιρεία που αργότερα παρήγαγε στρατιωτικά ρούχα για την Βέρμαχτ (να μη μιλήσουμε και για το μέλος της NSDAP, τον ιδρυτή της εταιρείας, Wilhelm Schäffler). Είχε δίκιο λοιπόν ο Δήμαρχος που μιλούσε για «κοινωνική υποστήριξη».

Άλλο παράδειγμα, η παραδοσιακή επιχείρηση Quelle της οικογένειας Schikedanz η οποία πέρσι δήλωσε πτώχευση. Αν το μάθαινε αυτό ο Φύρερ! Διότι ο πλούτος της Quelle μπόρεσε να δημιουργηθεί μόνο μέσα από την πλατιά, πάνω από 90%, αρπαγή εβραϊκών επιχειρήσεων. Και μόνο ανάμεσα στο 1933 και το 1937, ο Schickedanz άρπαξε 10 επιχειρήσεις και ακίνητα από εβραίους ιδιοκτήτες. Ανάμεσα τους την «Vereinigten Papierwerke» στην Nürnberg-Heroldsberg, την εταιρεία παραγωγής μπύρας «Geisman» στο Fürth καθώς και τις επιχειρήσεις «Baum & Mosbacher» στη Φρανκφούρτη, «Ellern» στο Forchheim-Stadtsteinach, «Ignatz Mayer» στη Νυρεμβέργη και την «Kohn'sche Briefmarkensammlung». Εκτός αυτών και πολλά ακίνητα στο Fürth και στο Forchheim. Κατά τη διαδικασία από-ναζιστικοποίησης κατηγόρησαν τον Gustav Schickedanz ότι τα επτά από τα εννέα εκατομμύρια μάρκα της περιουσίας του προέρχονταν από εβραϊκές περιουσίες. Πράγματι γερμανικό επιχειρηματικό μυαλό!

Και εδώ απαριθμήσαμε ενδεικτικά μόνον ένα ελάχιστο κομμάτι από τις χτυπημένες από την κρίση εταιρείες.

Γιατί, λοιπόν, θα πρέπει κανείς να καταπιαστεί με αντικαπιταλιστικές και άλλες αναλύσεις για το μέλλον παραδοσιακών επιχειρήσεων συμπεριλαμβανομένων και του προσωπικού τους, αντί να επισπεύσει τη διαδικασία διάλυσής τους ή τουλάχιστον να την απολαμβάνει; Δεν ξέρουμε κανέναν άλλο λόγο εκτός από αυτόν της προσπάθειας να θέλει να παραμείνει κανείς ως ένα κομμάτι της ιστορίας, μιας ιστοριας κατά την οποία η Shoah δεν ήταν και τόσο μη-χρήσιμη. Αυτό δείχνει ταυτόχρονα μια μη παραδοχή μιας συνέχειας (συμπεριλαμβανόμενης και της θαυματουργής αμνησίας του εργατικού προσωπικού) καθώς και μια πρακτική κατανόησης της ιστοριας ως μια σειράς γεγονότων που απλά ήταν προβληματικά και περιείχαν άσχημες καταστάσεις και δυσκολίες. Έτσι, η Shoah μετατρέπεται σε διήγημα ή σε ένα ακόμη ακαδημαϊκό θέμα αναλύσεων και διατριβών. Οι γερμανοί έχουν εντωμεταξύ αναπτύξει μια σειρά στρατηγικών και μεθόδων σε όλα τα επίπεδα, ώστε να καταπιούν και να χωνέψουν τη Shoah σαν ένα κομμάτι της ιστορίας τους.

Άλλοι μεν για να κατακτήσουν ένα ιδιαίτερο δικαίωμα να μιλούν για αυτήν και να σπάσουν τα ταμπού (τα οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν βέβαια), άλλοι δε για να αποκτήσουν το δικαίωμα να ανιχνεύσουν την αλήθεια πίσω από την επιχείρηση-Ολοκαύτωμα, χωρίς το φόβο να τους καταδείξει κανείς με το δάχτυλο της ηθικής.

Ήδη με τον Walser το ζήτημα ήταν λιγότερο το αν θα τελειώνουμε επιτέλους με το Άουσβιτς,  και περισσότερο το ότι ο ίδιος σαν γερμανός, και πάντως όχι οι άλλοι, έπρεπε να εκφράσει επιτέλους ισότιμα τη γνώμη του για το Άουσβιτς. Τουλάχιστον αυτό. Και κάτι ακόμη: να κατακτήσουν οι θύτες το δικαίωμα να μπορούν να εκφράζουν τη γνώμη τους περισσότερο απο τα θύματά τους – εμπεριστατωμένα και πιστευτά. Έτσι μπορούσε ο Walser να πρεσβεύει έπειτα με αυτοπεποίθηση, ότι όταν αυτός ασχολούταν με το παρελθόν, ο Bubis (επιζών του Ολοκαυτώματος και πρόεδρος του κεντρικού εβραϊκού συμβουλίου την εποχή της αντιπαράθεσης του με τον Walser) «ήταν απασχολημένος με εντελώς άλλα πράγματα» (εννοούσε την επαγγελματική ενασχόληση του Bubis ο οποίος ήταν μεσίτης).

Με αυτό τον τρόπο, ο
Walser (αριστερός γερμανός συγγραφέας, παγκοσμίου φήμης) όχι μόνο επαναλάμβανε τα αντισημιτικά κλισέ για τους διαβολικούς εβραίους μεσίτες αλλά πάνω από όλα έσβηνε το στοιχειώδες γεγονός ότι όταν ο Bubis προσπαθούσε να γλιτώσει από τα χέρια των SS, ο Walser πράγματι ασχολούταν με το Ολοκαύτωμα… σαν μέλος βέβαια του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και στρατιώτης της Βέρμαχτ.

Δεν έχει πάντως σημασία αν μιλάμε για μια συνέχεια ή μια ρήξη της γερμανικής κοινωνικής συνοχής. Και τα δύο αυτά έχουν εγκαθιδρυθεί εντωμεταξύ σαν μία επιθετική πολιτική ανάμνησης, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα και μια επιθετική πολιτική γερμανικής ταυτότητας. Από αυτήν, τις εξειδικευμένες γνώσεις τους για τη Shoah δηλαδή, απορρέει πάντα μια ιδιαίτερη πράξη και μια εξουσιοδότηση να μιλούν για αυτό. Μάστορες του θανάτου και παγκόσμιοι μάστορες της μνήμης. Οι άλλοι πρέπει επομένως να το βουλώνουν, γιατί δεν μπορούν να καταλάβουν τι σημαίνει να δρας/ζεις έχοντας πίσω σου μια τέτοια βεβαρημένη ιστορία, τι σημαίνει να κουβαλάς ένα τέτοιο βάρος στην πλάτη. Έτσι μπορούν για παράδειγμα – στο επίπεδο της διεθνούς πολιτικής – να διδάσκουν στην Τουρκία, πως και ποιες γενοκτονίες πρέπει να ταξινομήσει. Έτσι μπορούν να ρωτάνε τους μετανάστες που θέλουν να ενσωματωθούν, τι γνωρίζουν για εκείνη την περίοδο (με ταυτόχρονη προειδοποίηση, να μάθουν να φέρονται σωστά… αλλιώς...). Έτσι μπορούν να ειρωνεύονται νοτιο-ευρωπαϊκές χώρες, γιατί αυτές δεν ξέρουνε να «επεξεργαστούν» σωστά τις «δικτατορίες» του παρελθόντος τους κλπ. 

Ακριβώς αυτή η πολυμορφία αντικατοπτρίζεται και στους καυγάδες ανάμεσα στους αριστερογερμανούς όλων των αποχρώσεων: «τα ποιηματακια δεν βοηθάν στον αγώνα ενάντια στην Γερμανία»[4] γράφουν, εννοώντας την αντιπαράθεση του K. Held με τον W. Pohrt στο συνέδριο του Κονκρέτ το 1993! (Ο K. Held χαρακτήρισε την κριτική του Pohrt ενάντια στους γερμανούς σαν «ποιηματάκι»).

Εδώ είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε τον
Pohrt υπό την προστασία μας (ακόμη και αν ο καινούργιος Pohrt γλείφει εκεί που έφτυνε ο παλιός). Το «ποιηματάκι» του Pohrt έλεγε μεταξύ άλλων: «Όταν 16χρονοι μεθάνε σαν μόνιμοι θαμώνες των μπαρ αντί να τρέχουν πίσω απο τα κορίτσια, όταν στο μεθύσι τους αντί να χάνουν τον έλεγχο των κινησεων τους ώστε να καταλήγει το χέρι τους εκεί που δεν επιτρέπεται (όπου το χέρι μπορεί να γίνει και γροθιά), όταν λοιπόν το αλκοόλ εξωτερικεύει εντελώς διαφορετικές επιθυμίες από το να σφίξει στην αγκαλιά του την φίλη του ή να μελανιάσει το μάτι του αντιπάλου του, όταν αν και είναι ασυγκράτητοι οδηγούνται αντιθέτως σε προσχεδιασμένες πράξεις, όταν οι ασυγκράτητοι αυτοί αντί να προσελκύονται από την ηδονή, δεν λογαριάζουν ούτε κόπους ούτε έξοδα, όταν τότε λοιπόν τύφλα στο μεθύσι που ειναι αρχίζουν το έργο τους και όταν αυτό το έργο είναι η με πανουργία και επιμέλεια μετατροπή μιας πολυκατοικίας σε κρεματόριο, τότε κάτι δεν πάει καλά με τους γερμανούς. Τότε πρέπει να έχει ο πληθυσμός μέσα στον οποίο μεγάλωσαν αυτοί οι 16χρονοι ένα σοβαρό λάθος στην ύφανσή του. Όχι ότι οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους άγγελοι, αλλά ούτε σαν κι αυτούς είναι από τη φύση τους. Για να μπορέσει να γίνει κανείς σαν αυτούς τους 16χρονους, είναι απαραίτητη μια εκπαίδευση, μια χειραγώγηση που μόνον η πλειοψηφία έχει την εξουσία να την κάνει».

Oσο λοιπόν ο αντικαπιταλιστικός ουρανοξύστης που θέλουν να χτίσουν για να κατακτήσουν τον ουρανό κρύβει το Άουσβιτς στο κελάρι του, τόσο θα είναι και αυτός ο όχλος πάντοτε φασιστολαϊκιστικός. Και θα μυρίζει: γκάζι.

Φασιστολαϊκιστικός, στη βάση μιας σιωπηρής συμφωνίας ανάμεσα στους πρωταγωνιστές και τους προλετ-άριους με το «δεν θα σας ενοχλήσουμε με τις παλιές ιστορίες. Εμείς παραμένουμε γενικοί. Από τώρα ο αγώνας μας είναι αντεθνικός. Κι ούτε τις βρωμιές μετά την επανένωση θα θέσουμε σαν πρόβλημα, τουλάχιστον όχι περισσότερο από ότι “τις ρατσιστικές επιθέσεις στο Γιοχάνεσμπουργκ”», όπως τόνιζε η ομάδα
UmsGanze. Και πέτυχε επί λέξει το στόχο στο κέντρο του, δηλαδή στο μαύρο, προδίδοντας σε μια στιγμή απροσεξίας της το ρατσιστικό της βλέμμα. Διότι όταν κάποιος ξεδιαλέγει ανάμεσα σε εκατοντάδες ρατσιστικά πογκρόμ και επιθέσεις στη μέση και άπω Ευρώπη, από την Αλμερία[5] μέχρι τη Ρωσία, και από την Ουγγαρία μέχρι την Τσεχία και την Ελλάδα, ειδικά τις ρατσιστικές επιθέσεις στο Γιοχάνεσμπουργκ[6], τότε αυτό έχει να κάνει μόνο και μόνο με τη «σοκαριστική» εικονα και ταυτόχρονα απαλλακτική για τους πελάτες του υπόδειξη… «κοιτάχτε τους, μαύροι εναντίον μαύρων!».  

Το επιχείρημα που κυκλοφορεί αυτόν τον καιρό στη γερμανία, ότι «τα πογκρόμ γίνονταν πριν 20 χρόνια, ενώ σήμερα οι γερμανοί συμπεριφέρονται μεν επίσης χάλια, αλλά όπως περίπου και όλοι οι άλλοι πληθυσμοί, και για αυτό προέχει να πολεμήσουμε ενάντια στον καπιταλισμό», δείχνει την απόφαση τους να τραβήξουν μια γραμμή απόσβεσης όχι μόνο στο παλιό αλλά και στο πρόσφατο παρελθόν.

Οπλισμένους με τέτοια ευγενή αριστερά κίνητρα, δεν τους σταματάει πια τίποτε. Στις 27.01.2010, την ημέρα ανάμνησης του Ολοκαυτώματος, ο πρόεδρος του Ισραήλ Shimon Peres, έδωσε μια ομιλία στη γερμανική βουλή. Τρεις βουλευτίνες του Αριστερού Κόμματος (Die Linke), η Sahra Wagenknecht, η Christine Buchholz και η Sevim Dagdelen, εξέφρασαν – όντας ηθικά νομιμοποιημένες να το κάνουν – την ακροαριστερή διαμαρτυρία τους εναντίον του. Η Wagenknecht ανακοίνωσε μετά, ότι δεν σηκώθηκε όρθια μετά την ομιλία του Peres γιατί «δεν μπορώ να αποτίσω σεβασμό σε έναν κυβερνητικό παράγοντα ο οποίος είναι ο ίδιος συνυπεύθυνος για τον πόλεμο».

Ο μοναδικός λόγος όμως, ο μοναδικός λόγος για τον οποίο η Wagenknecht και οι λοιπές μπόρεσαν να προσβάλουν το γιο ενός ξυλουργού από το πολωνικό χωριό Vishnieva ήταν ότι αυτός – σε αντίθεση με όλα σχεδόν τα μέλη της οικογένειας του και ενάντια σε όλες τις καθιερωμένες θεωρίες των πιθανοτήτων – είχε την ασυνήθιστη τύχη να ξεφύγει από το έργο της εξόντωσης από φανατικούς γερμανούς. «Σε ανάμνηση της οικογένειάς μου, οικογένεια Meltzer, οικογένεια  Persky, που μαζί με άλλους 2.060 συμπολίτες τους στο χωριο Vishnieva δολοφονήθηκαν τον Αύγουστο του 1942 από τους ναζί και τους τοπικούς βοηθούς τους. Μάζεψαν τους κατοίκους του γκέτο στη συναγωγή που ήταν φτιαγμένη από ξύλο και τους έβαλαν φωτιά», είπε μεταξύ άλλων ο Shimon Peres στη βουλή.

Έτσι, το γεγονός ότι γλίτωσε την εξόντωση, του βγήκε στις 27.01.2010 σε βάρος του! Διότι εάν αυτός καιγόταν μαζί με τους άλλους, τον Αύγουστο του 1942, στο πολωνικό χωριό Vishnieva, στην από ξύλο κατασκευασμένη συναγωγή, τότε, ε τότε θα υποκλινόταν η Wagenknecht με βαθειά ταπεινοφροσύνη μπροστά στο νεκρό Shimon Peres. Διότι, όπως είπε  η ίδια στα αριστερογερμανικά, μόνο οι νεκροί εβραίοι είναι καλοί εβραίοι. « Η συμπεριφορά μου δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δεν αποτίνω φόρο τιμής στην αφορμή της ομιλίας του, την ανάμνηση του από τους γερμανούς πραγματοποιημένου εγκλήματος του Ολοκαυτώματος. Υποκλίνομαι με βαθειά ταπεινοφροσύνη μπροστά στα θύματα της Shoah».   

Ο έπαινος του βουλευτή του NPD (νεοναζί) Jürgen Gansel που ακολούθησε, ήταν αυτονόητος: «για την έκφραση της έντιμης στάσης μιας κομμουνίστριας και μιας τροτσκίστριας – σε αυτή την περίπτωση με το να αρνηθούνε να επευφημήσουν – τις ανήκει κατʼ εξαίρεση ένα ευχαριστώ». Το ότι την τρίτη στην παρέα, την κυρία Dagdelen, ούτε καν την ανέφερε, ήταν εντελώς φυσιολογικό: οι γονείς της κατάγονται από την Τουρκία. Κάτι το οποίο σημαίνει ότι ακόμη και η ανώτατη μορφή ενσωμάτωσης στη γερμανική κοινωνία για μια ξένη, δηλαδή η αντισημιτική πράξη, δεν ανταμείβεται ανάλογα. Μη στεναχωριέστε όμως. Μετά από μερικές επαγγελματικές διαμαρτυρίες η ζωή συνεχίζεται. Η κυρία Wagenknecht θα συνεχίσει να δίνει στο Konkret και αλλού τις με βαθύ νόημα συνεντεύξεις της και θα ανακατεύεται στις τηλε-συζητήσεις.

Και είναι εντελώς σύνηθες πια, στη γερμανική χώρα, να ξεσηκώνονται περισσότερο για την προεκλογική αφίσα της κυρίας Vera Lengsfeld (επειδή την έδειχνε με βαθύ ντεκολτέ), παρά με τη συναισθηματική και πλήρους κατανόησης προστασία και στοργή που επέδειξε η ίδια απέναντι στον ηλικιωμένο και συντετριμμένο  89χρονο άνδρα των SS Demjanuk, δικαιολογώντας τη συμμετοχή του στις μαζικές δολοφονίες λόγω της καταπίεσης που υπέστη αυτός από τους Σοβιετικούς (χαιρετίσματα στον Ερνστ Νόλτε[7]!): «Αυτός λοιπόν γνώρισε τη σταλινική αυθαιρεσία απέναντι στον αγροτικό πληθυσμό. Μετά τον πήραν φαντάρο. Στο μέτωπο έβλεπε πως φανάτιζαν τους φαντάρους του κόκκινου στρατού… Αφέθηκε μετά να τον προσλάβουν οι ναζί και να δουλέψει σαν φύλακας στα στρατόπεδα εξόντωσης. Ως «Ιβάν ο Τρομερός» λένε ότι έκανε αναρίθμητα απαίσια εγκλήματα… Τι απομένει άλλο από τη ζωή όταν η όποια ύπαρξη του μέχρι τότε συντρίφτηκε ολοκληρωτικά ανάμεσα σε δύο δικτατορίες;»

Για το αίτημα του Ερντογάν, όμως, για ίδρυση τουρκικών σχολείων αναστατώνονται όλοι ακόμη περισσότερο. Από όλα τα κόμματα και μέτωπα. Με τη σιωπηλή υποστήριξη της ριζοσπαστικής αριστεράς. Τα κόμματα, δε, των Πρασίνων και της Αριστεράς (
Die Linke) προβάλλουν τα δοκιμασμένα τους όπλα: τους άλλοθι-εμμιγγρέδες τους, που τους έχουν προαγάγει σε φερέφωνα της νεο-γερμανικής κοινωνικής καθαρότητας. Η μαγική λέξη λέγεται εδώ και καιρό «ενσωμάτωση»[8]. Και ανακαλύπτουν – και πάλι – τις άσχημες πλευρές του Τούρκου πρωθυπουργού. Ισλαμιστής, εθνικιστής κλπ. Διότι αυτό που καταλαβαίνουν στη Γερμανία  ως «λαϊκό» (ανεξαρτησία από τη θρησκεία) – δηλαδή την από το κράτος πληρωμένη χριστιανική τρομοκρατία – βρίσκεται σε κίνδυνο. Τα γκέτο, οι παράλληλες κοινωνίες, οι μιναρέδες ανθίζουν ήδη παντού στη γερμανική χώρα.

Ενώ λοιπόν η γερμανία ομαλοποιείται στη βάση καθιερωμένων κοινών αξιών της και πρακτικών της, δηλαδή το ξεπέρασμα των 20,000 ρατσιστικών και αντισημιτικών επιθέσεων το χρόνο (χωρίς να υπολογίσουμε σε αυτές, τις λεκτικές και γραπτές από τους αριστερογερμανούς), οι μεταναστευτικές συλλογικότητες και ομάδες είτε παραμενουν στην στην παραδοσιακή στάση ελεημοσυνης, είτε αρπάζουν από τα μαλλιά την ευκαιρία ενασχόλησης με το αντι-ρατσιστικό εμπόριο (ιδιαίτερα στον ακαδημαϊκό και από τον κοινωνικο-θεραπευτικό χώρο). Είναι πια μια πραγματικότητα ότι τα πιο προσοδοφόρα έργα (
projekt), οι καλύτερες προοπτικές για καριέρα και αναγνώριση (φυσικά κάτω από το γερμανικό έλεγχο), υπάρχουν ακριβώς σε αυτούς τους τομείς. Χρήματα από την Ε.Ε., από την «υπηρεσία για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες» (είναι η υπηρεσία που κάνει τις απελάσεις), από κρατικές επενδύσεις και κατευθύνσεις κλπ ρέουν πλουσιοπάροχα για να γράφουν τις διατριβές τους ενάντια στο ρατσισμό κλπ.

Παράδοξο; Καθόλου! Αυτή είναι η λογική του αντι-ρατσιστικού εμπορίου. Ένα τεράστιο πλέγμα απο ιδρύματα, ομάδες εργασίας, συλλογικότητες, θέσεις εργασίας, κοινωνικά κολπάκια, ειδήμονες και ειδικούς έχει ήδη καθιερωθεί πλατιά. Τόσο μαζικά, που το κλείσιμο τους θα επέφερε σοβαρά κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα! Αν όμως είναι έτσι, τότε είναι απαραίτητη η ύπαρξη και τροφοδότηση αυτού του μηχανισμού με το απαραίτητο υλικό (δηλ. μετανάστες και πρόσφυγες). Και για κάθε βίτσιο, ανάλογα με τη ζήτηση στην αγορά,
  υπάρχει και το κατάλληλο προϊόν: ειδήμονες μαντήλας και ειδήμονες του χορού της κοιλιάς, υποστηρικτές του Ισλάμ και εχθροί του Ισλάμ, Ισλαμόφοβοι (πχ. Σοκολόφσκι[9]) και Ισλαμόφιλοι (πχ. Σοκολόφσκι). Και παντού οι ειδήμονες για τον αντισημιτισμό και το Ισραήλ. Ακόμη και ένα έργο για «βοήθεια σε ναρκομανείς μετανάστριες» (αν δηλαδή μια μετανάστρια χρειάζεται βοήθεια πρέπει πρώτα να γίνει ναρκομανής) χρηματοδότησαν. Στην επιμονή τους «να υπάρξει ανάγκη για να προχωρήσουν έργα αλληλεγγύης» όπως ονομάζουν την προσωπική τους σταδιοδρομία, δεν υπάρχουν όρια. Η φιλανθρωπία τους για τα «άτομα μεταναστευτικής προέλευσης» όπως καθιερώθηκε να ονομάζεται το είδος μας επίσημα τα τελευταία χρόνια (για να μη λένε ʽσκατοξένοιʼ και μας προσβάλουν) μας θυμίζει τη γνωστή εικόνα του θεατή μιας εκτέλεσης που στεναχωριέται και αναρωτιέται αν το δρεπάνι του δήμιου έχει απολυμανθεί πριν χρησιμοποιηθεί. Διότι όταν έρχεται η κρίσιμη στιγμή, τότε ή κάνουν πίσω ή συμμετέχουν ενεργά στη χορωδία της πλειοψηφίας. Έτσι συνέβη με τον Σέρκαν, έτσι συμβαίνει με τον κάθε Σέρκαν, κάθε φορά που καλείται να βάλει τάξη αυτή η  μεταναστο-αστυνομία.

Εν τέλει, όλα πάνε καλά. Πχ όταν πρόκειται να προστατεύσουν από παρενοχλήσεις την κατάθεση στεφάνων από τους εκπροσώπους του γερμανικού κράτους, στις 13 Φλεβάρη του 2010, στο σημείο εκείνο της Δρέσδης, όπου έχει επιλεχτεί για να πετάνε τα στεφάνια τους προς τιμήν των αιώνιων θυμάτων των συμμαχικών βομβαρδισμών. Αυτή την προστασία την ονομάζουν αντιφασιστική πάλη[10], ακόμη και όταν οι καταθέτοντες τα στεφάνια εκφωνούν και πράττουν ακριβώς τα ίδια που θέλανε να πράξουνε και να εκφωνήσουν οι νεοναζί. Ακόμη μια νίκη στο λαϊκό αντιφασιστικό αγώνα.

Και όλο και περισσότεροι φλυαρούν για εξεγέρσεις και ξεσηκωμούς: «Ο καπιταλισμός είναι γεμάτος από πεδία συγκρούσεων. Ποιό από αυτά τα πεδία εκρήγνυται και ποια θα εκραγούν, δεν μπορεί κανείς να το προβλέψει . Το εργοστάσιο δεν είναι μεν πια ο κεντρικός χώρος αγώνων, όμως απελευθέρωση δεν είναι δυνατή, εάν δεν καταφέρουμε να οργανώσουμε αλληλέγγυα την κοινωνική αναπαραγωγή. Απο τη σημερινή σκοπιά κάτι τέτοιο φαίνεται σαν απόλυτη ουτοπία. Αλλά συμβαίνουν όλο και πιο συχνά πράγματα, που χθες θα θεωρούσε κάποιος αδύνατον να συμβούν» έγραφε η ομάδα umsGanze“ στο «Κεφάλαιο, διεθνής αγορά και η κυριαρχία της λάθος ελευθερίας».

Ούτε και τέτοια που λένε θα ήταν μέχρι χτες δυνατόν να τα λένε έτσι ανοιχτά. Διότι την εποχή των ανοιχτών και λαϊκών πογκρόμ, θα οδηγούσαν τέτοιες φλυαρίες τουλάχιστον σε οξυμένες αντιπαραθέσεις μιας και θα έπεφτε στην αντίληψή τους ότι αυτοί με τους οποίους θέλουν να σφίξουν τις σχέσεις αλληλεγγύης τους δεν έχουν χρόνο για κάτι τέτοια γιατί βάζουν φωτιά και πυρπολούν την πολυκατοικία που μένουν οι βιετναμέζοι μετανάστες για να τους κάψουν.  

Τώρα οι φωτιές, όμως, σβήσανε στα ΜΜΕ και πλέον μπορεί κάποιος να φλυαρεί για την αγάπη του προς την πολυμορφία του είδους του: «ανεξάρτητα από την πολιτική εκτίμηση για την αποκαλούμενη «επανένωση» και τις ασχημιες και κτηνωδίες που ακολούθησαν, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το αυταρχικό και πατερναλιστικό μονοκομματικό καθεστώς – το οποίο δεν δημιούργησε το απελευθερωμένο υποκείμενο βέβαια αλλά μια μάζα ληθαργικών δυσαρεστημένων – και το οποίο ξεπέρασε το υπαρκτό σοσιαλιστικό εγχείρημα – με το οποίο δημιουργήθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας – είναι το μικρότερο κακό»Ομάδα ενάντια σε κάθε έννοια εξτρεμισμού», Σεπτέμβριος 2009).

Τι δυνατότητες είχε, βέβαια, έχει και θα έχει το απελευθερωμένο αυτό υποκείμενο, όταν με την πραγματική του ελευθερία βρει την κατάλληλη ευκαιρία, το απέδειξε δολοφονικά, τουλάχιστον 150 φορές, από τότε που το μεγαλύτερο κακό εξαλείφθηκε. Εμείς θα χαιρόμασταν πολύ περισσότερο λοιπόν, αν ο λήθαργός του κρατούσε 1,000 χρόνια ακόμα.

Το περοδικό σύστημα των τευτόνων

Διότι τα πράγματα είναι έτσι ώστε σε λίγο-πολύ τακτά χρονικά διαστήματα, μετά τον 12χρονο εθνικοσοσιαλιστικό παράδεισο, εμφανίζονται εξεγέρσεις του ντόπιου πληθυσμού. Είναι εκείνες οι στιγμές στις οποίες η φράση «έφτασε η ώρα» αποδεικνύει όλη της την πρακτική υπόσταση.  

Έτσι, 32 χρόνια μετά την υποδούλωση τους κάτω από τον ζυγό των συμμάχων, βρήκαν μια τέτοια ευκαιρία. Τότε που η γερμανική αριστερά ήταν στη φάση της εσωστρέφειάς της και ο γερμανικός πληθυσμός στη φάση της έκρηξης του, έβαλε μπρος το κυνήγι των τότε «ξένων  σωμάτων». Παρόλη τη μαζικότητα της συμμετοχής στο κυνήγι αυτό, παρόλα τα συνθήματα και φράσεις («στο στρατόπεδο εξόντωσης!», «στήστε τους στον τοίχο», «για κάθε όμηρο να εκτελείται ένας φυλακισμένος», «χώστε τους στους θαλάμους αερίων» κλπ.), παρόλη την πρακτική της μαζικής ρουφιανιάς (τόσο μαζική που η αστυνομία αναγκάστηκε να βάλει έκτακτα τηλέφωνα σε κάθε πόλη, ώστε να προλαβαίνει «τις πληροφορίες του πλυθησμού»), παρέμεινε το φαινόμενο αυτό μέχρι σήμερα μια υποσημείωση. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς χίλιες δύο αντιπαραθέσεις – ανάλογα με το στρατόπεδο – για την «βιαιότητα του κρατικού μηχανισμού» την εποχή εκείνη, για «τις ημέρες που άλλαξαν τη δημοκρατία», καθώς και για τα υπέρ ή τα κατά για τις ένοπλες ομάδες, αλλά σχεδόν τίποτε απο αντιπαραθέσεις, αναλύσεις και έρευνες για τη συμπεριφορά του τότε πληθυσμού. Μια ύποπτη σιωπή σε σχέση με αυτή τη συμπεριφορά επικρατεί από τότε στη χώρα. «Ρίξτε τους στην επεξεργασία λυμάτων[11]» ούρλιαζε ο όχλος για τους 3 νεκρούς του Stammheim, όταν οι συγγενείς τους έψαχναν απεγνωσμένα (και δεν έβρισκαν) να τους δώσουν ένα κομμάτι γης σε ένα οποιοδήποτε νεκροταφείο για να τους θάψουν. Θέλανε (οι μάζες) ακόμη και την ολοκληρωτική εξαφάνιση των λειψάνων, μέσα σε ένα παθιασμένο μείγμα από την τάση τους για  ανακύκλωση, λαϊκή υγιεινή και μετα-εξοντωτική μανία.

12 χρόνια μετά, στα πλαίσια της εσωτερικής και εξωτερικής εναρμόνισης (επανένωση), ήρθε πάλι εκείνη η στιγμή. Μέρη, μέχρι χθες άγνωστα, κατάφεραν να γίνουν σε μια (πυρακτωμένη) νύχτα παγκοσμίως πασίγνωστα: Hoyerswerda, Lichtenhagen, Mannheim-Schönau, Solingen, Goldberg, Quedlinburg, Dolgenbrodt, Babenhausen, Grevesmühlen, Mölln, Gollwitz… ….για να αναφέρουμε μερικά μόνον.

Άλλα 12 χρόνια μετά, το σκυλολόι εντός ενός πρακτικού παροξυσμού επικέντρωσε την προσοχή του σε μια συγκεκριμένη ομάδα ξένων σωμάτων, κάτω από την αθροιστική έννοια «μουσουλμάνοι». Με όλες τις δυσκολίες που έχει αυτό το εγχείρημα «διότι είναι πάρα πολλοί ώστε να να βάλει κανείς μαζί τους», όπως χαρακτηριστικά ανακάλυψε με απογοήτευση η (ακροαριστερή) εφημερίδα «Jungle World». Εδώ προσφέρθηκε, όμως, το κατάλληλο ηθικό αξίωμα σε πακέτο: Ομοφοβία, φόνος τιμής, συμμορίες ξένων νεολαίων, καταπίεση γυναικών, μαντήλα, τουρμπάνι, Μπούρκα, Νικάμπ, ισλαμικός αντισημιτισμός, αραβικός εθνικοσοσιαλισμός κλπ. Ένα σουπερμάρκετ των ιδιαίτερων προϊόντων για τη γερμανική ψυχή και τις πρωτοπορίες της. Καλύπτει κάθε ανάγκη!  

Σήμερα εκρήγνυται ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός σε υψηλό επίπεδο και αποτελεί έτσι μια καθημερινότητα τόσο ομαλή που σε κανέναν πια εκτός από τους άμεσα θιγόμενους, δεν πέφτει στην αντίληψή του ή τον ενδιαφέρει. Ένας λίγο-πολύ κυρίαρχος μοχλός μάλιστα για αυτή την κλιμάκωση είναι η γερμανική αριστερά.

Οι «εθνικά απελευθερωμένες περιοχές» δεν είναι πια μια σπανιότητα, αλλά μια γεωγραφική πραγματικότητα. Αντισιωνισμός ( =αντισημιτισμος) και φιλοσημιτισμός (και τα δύο επικίνδυνα για εβραίους) ανήκουν εδώ και καιρό, ανάλογα με το στρατόπεδο, στους καλούς τρόπους συμπεριφοράς και η γερμανία – σύμφωνα με μια αγγλική παγκόσμια έρευνα – στις πιο αγαπημένες χώρες του κόσμου. Σε αυτή την κλίμακα συμπάθειας «στις τελευταίες θέσεις ανήκαν» σύμφωνα με αναδημοσίευση του περιοδικού Σπίγκελ[12] «το Ιράν, το Πακιστάν, η βόρεια Κορέα και το Ισραήλ. Το 65% στη γερμανία έχουν την πεποίθηση ότι το Ισραήλ ασκεί αρνητική επίδραση στον κόσμο. Μόνο 9% των γερμανών έχουν θετική αντίληψη για το Ισραήλ και αυτό είναι το μικρότερο ποσοστό από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Βλέπεται λοιπόν, τα καταφέρνουμε!

Οι ιδεολογικές και άλλες αντιπαραθεσεις από τα χαρακώματα των συλλόγων και φραξιών των γερμανών εχουν τόση ποικιλία, όσο και οι μορφες των σκιών που δημιουργούνται απο έναν μονόλιθο ή βράχο, αναλόγως του που πέφτει το φως του ήλιου. Τίποτε άλλο.

 «... και η συνείδηση καθορίζει το είναι»

Ο γερμανικός λαός και η πρωτοπορία του, οπλισμένοι με μια εκτενή, τεχνικά και ηθικά ολοκληρωμένη και διεφθαρμένη ιστορική συνείδηση, ξεκίνησαν το έργο τους και έφτιαξαν μια κοινωνία, στην οποία έβαλαν τη στάμπα τής 12χρονης εμπειρίας που απέκτησε στη χιλιόχρονη βασιλεία (tausendjähriger Reich) της εθνικοσοσιαλιστικής εξέγερσης. Μεταφέροντας την (την εμπειρία αυτή) από γενεά σε γενεά, συναισθηματικά, λεκτικά και πρακτικά. Είναι σε κάθε στιγμή σε θέση να ξαναπάρουν το νήμα στα χέρια τους, ανεξαρτήτως του τι μπορεί να συμβεί ενδιάμεσα. Δείχνουν εξαιρετική ευλυγισία , όταν πρόκειται να υπερβούν τις δυσκολίες της καθημερινότητας, της σκέψης, της πράξης και να τις γεμίσουν με την ανάγκη του να είναι γερμανοί ή να γίνουν γερμανοί. Είναι να απορεί κανείς, χωρίς να καταφέρνει φυσικά να διεισδύσει στο βάθος, πως τα καταφέρνουν να βρίσκουν πάντα τη χρυσή τομή, ανάμεσα στην απόλυτη αμνησία και στην κυρίαρχη θέληση για επεξεργασία της ιστορίας τους. Με τέτοιο απόλυτο τρόπο μάλιστα που κανείς δεν έχει αμφιβολία για το τι σημαίνει γερμανός, ποια είναι η αποστολή του και πως θα την φέρει σε πέρας. Μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Διδάχτηκαν, όσο κανένας λαουτζίκος στον κόσμο, πως και σε ποια φάση του γερμανικού έργου, τι θα πρέπει ακριβώς να πρεσβεύουν, τι θα πρέπει να ειπωθεί και τι να αποσιωπηθεί. Ανάλογα με τις σφαίρες κατοχής, γίνανε ένθερμοι οπαδοί του αμερικανικού τρόπου ζωής ή πιστοί σοσιαλιστές, εκπληρωτές του πενταετούς πλάνου. Ανάλογα με την εττικέτα τους, έγιναν αριστεροί, ριζοσπάστες αριστεροί, αυτόνομοι, αντι-γερμανοί, δεξιοί ή φιλελεύθεροι, μίλιταντ ή ειρηνιστές. Είναι καιρός, πολύ καιρός που ασχολούμασταν με αυτούς. «Η έννοια «γερμανικό»  είναι ένα σύνθημα πάλης και ταυτόχρονα μια στάση ζωής. Και πάνω από όλα η ουσία του Άουσβιτς (υπάρχει μια μοναδικότητα τις εξολόθρευσης και μια μοναδικότητα των εξολοθρευτών). Γερμανός δεν είναι κάποιος/κάποια που γεννήθηκε εδώ, ούτε κάποιος/κάποια που έχει γερμανικό διαβατήριο ή που οι γονείς του/της έχουν γερμανικό διαβατήριο. Για να αποκτήσει κανείς το γερμανικό πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί με «τη φωτογραφία του παππού με τη στολή των SS», να γαλουχηθεί με τη 75-χρονη γιαγιά που είναι ακόμη υπερήφανη για τον αγκυλωτό σταυρό στην άδεια οδήγησής της. Θα πρέπει να γαλουχηθεί με τη σιωπηλή παραδοχή ότι στο οικογενειακό τραπέζι κάθεται, κατά τη διάρκεια του βραδινού δείπνου, μαζί με (ίσως) έναν δολοφόνο (δεν είναι σίγουρος /η μιας και δεν ρώτησε ποτέ να μάθει)» (από το «Περί γερμανικών θέσεων και άλλων εγκλημάτων», 1998).

Λόγω της βιολογικής, όμως, εξέλιξης αυτή η σκηνή είναι σήμερα σχεδόν ανύπαρκτη. Στο οικογενειακό τραπέζι κάθεται πια σε ελάχιστες περιπτώσεις ένας δολοφόνος. Ενώ συχνότερα ήδη κείται στο νεκροταφείο. Και επειδή είναι έτσι τα πράγματα, δεν έχουν σήμερα πια κανένα πρόβλημα να μιλάνε ανοιχτά για τους προγόνους τους. Αυτό ονομάζεται σήμερα: «μάθαμε από την ιστορία».

Να το πούμε κι αλλιώς: Οι γερμανοί είχαν την ευκαιρία τους, όταν ζούσαν οι αγαπημένοι παππούδες και γιαγιάδες τους, να αντιπαρατεθούν με αυτούς (ή να τους διασύρουν όπως εμείς απαιτούσαμε). Τώρα είναι αργά. Και αυτό θα τους βαραίνει σαν μια διαχρονική, δίκαια προκατάληψη.

Διότι έτσι πήραν μια καθαρή θέση. Προτίμησαν να είναι γερμανοί, καθόλου απρόσμενο, και αποφάσισαν να επανορθώσουν τις πνευματικές ζημιές που προκάλεσε το «γερμανικό ον»
[13]. Ο σκοπός τους έχει σχεδόν επιτευχθεί.

Ο δύσκολος και μη θεαματικός αλλά με επιμονή διεξαγόμενος
  απελευθερωτικός αγώνας των διανοουμενίσκων τους έφερε καρπούς. Τις βαριές αλυσίδες του τις απέβαλλε οριστικά ο γερμανός το αργότερο το 1989 με την τελευταία του επανάσταση – την ειρηνική – ώστε από το 1990 και έπειτα να μπορεί να αφήσει να εκφραστεί ελεύθερα η ιδιαίτερη προτίμηση του (να μπορεί δηλαδή πια, χωρίς φόβο και επιφύλαξη, να κάνει ελεύθερα και θετικά, σκέψεις για εξολόθρευση). 

Ο πυρήνας αυτής της μοναδικής επιτυχίας πρέπει να παραδεχτούμε ότι ήταν έργο της γερμανικής αριστεράς σε όλη την πολυμορφία της. Αυτή κατάφερε με επιτυχία να επιστημονικοποιήσει τις καθημερινές και μαζικές δολοφονίες, δηλαδή το καθημερινό ψωμί του γερμανικού λαού, πριν, κατά τη διάρκεια του Άουσβιτς και μετά. Το κατάφερε ανακαλύπτοντας ότι οι γερμανικές δολοφονίες ως παραγωγικός κλάδος ήταν στην ουσία ένα κοινωνικό-ψυχολογικό φαινόμενο που, ανάλογα με το ζητούμενο, πότε ονομάζεται
 ρατσισμός, πότε αντισημιτισμός, πότε ολοκληρωτισμός, πότε εξόντωση «της αξίας», πότε προσωποποίηση του αφηρημένου, πότε κοινωνικό κράτος ή και ενίοτε «ιδεολογική σανίδα  σωτηρίας του αστικού συστήματος».

«Οι ιδεολογικές συγγένειες αυτής της περικομένης κριτικής του καπιταλισμού με τον λανθασμένο αντικαπιταλισμό του εθνικοσοσιαλισμού», γράφει η ομάδα
UmsGanze, «αποδεικνύει το έλλειμμα κάθε αντιφασιστικής θεωρίας που προσανατολίζεται μόνο στους ναζί. Εθνικοσοσιαλισμός και φασισμός δεν είναι κάτι άλλο από την αστική κοινωνία αλλά μια  ιδεολογική σανίδα σωτηρίας του αστικού συστήματος».

Και όταν οι υποσχέσεις ευτυχίας των γερμανοαριστερών δεν πραγματοποιούνται, πράγμα φυσιολογικό για κάθε προφητεία, τότε υπάρχει έκρηξη. Όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της ΛΔΓ όταν ο κόκκινος στρατός απελευθέρωσε μερικές/ούς εναπομείναντες στη ζωή αντιφασίστριες/ες  από τα κάτεργα των ναζί και τους εγκαθίδρυσε στην εξουσία, υποσχέθηκαν αυτές/οι οι αντιφασίστριες/ες ακριβώς αυτή την ευτυχία στα 17 εκατομμύρια τους αλλά μπόρεσαν στο ελάχιστο να κρατήσουν την υπόσχεση τους. Τόσο ελάχιστο που ο πληθυσμός τους, που τον έλεγχαν με στάζι, αστυνομία, κομματικά στελέχη, ξέσπασε σε εξέγερση, λόγω της ελληψης των δύο Μπ (μπανάνες και Μπάλερμαν[14]). Αυτοί ήταν και οι μόνοι λόγοι της ειρηνικής τους επανάστασης, δηλαδή η έλλειψη από μπανάνες και οι διακοπές τους στη Μαγιόρκα. Ως γνωστό η εξεγερση τους ειχε απόλυτη και δολοφονική επιτυχία. Τέτοια κινήματα, επομενως, που αποτελούνται από τέτοια υποκείμενα είναι επικίνδυνα. Αν είναι και γερμανικά, είναι δολοφονικά.

Επίλογος:  Θαυμασμός του εθνικοσοσιαλισμού

Δύο ειδήσεις: Η πρώτη από την αυστριακή εφημερίδα
Die Presse”, 10.04.2010:  «Βιέννη. Αναστάτωση υπήρξε την Παρασκευή σε ένα συνέδριο της «ακαδημαϊκής ένωσης», μια οργάνωση παρακλάδι του Αυστριακού Λαϊκού Κόμματος. Στο επίκεντρο ήταν η ομάδα της ακαδημαϊκής ένωσης της Βιέννης η οποία με τις θέσεις της φρόντισε αυτή την εβδομάδα να δημιουργηθεί αυτός ο θόρυβος. Στις θέσεις της απαιτεί να παρθεί πίσω ο νόμος που απαγορεύει την  εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα, να παρθεί πίσω ο νόμος ισότητας, καθώς και να απαγορευτούν οι εκτρώσεις. Εκτός αυτού, απαιτούνε να απαγορευτεί η εισροή μεταναστών και συμβουλεύουν τις γυναίκες να μην ασκούν επαγγέλματα, καθώς η θέση τους είναι στην κουζίνα».

Η δεύτερη είδηση είναι από μια ανακοίνωση-πρόσκληση της ίδιας «ακαδημαϊκής ένωσης», από το 2009. «Ο δόκτωρ
Stephan Grigat θα δώσει ομιλία για το καυτό ζήτημα της ισλαμικής δημοκρατίας του Ιράν και τα ανθρώπινα δικαιώματα στον αγώνα των πολιτισμών. Ο ομιλητής είναι ειδήμονας του μεσανατολικού, περίφημος δημοσιογράφος και εντεταλμένος διδάκτορας στο πανεπιστήμιο της Βιέννης».

Όταν λοιπόν κάποιος ενθουσιάζεται από τέτοια αιτήματα της «ακαδημαϊκής ένωσης» και επακόλουθα ψάχνει να βρει φυσική επαφή και να διαλέγεται με αυτή τη βρωμιά, τότε πρόκειται για αυτόν ακριβώς το θαυμασμό εθνικοσοσιαλιστικών αντιλήψεων. Και αν αυτό συμβαίνει στην Αυστρία, στον «παράδεισο για συνταξιούχους ναζί
[15]» όπως χαρακτηριστικά έγραψε κάποιος, τότε μόνο με το «καυτό θέμα της πάλης των πολιτισμών» μπορεί να έχει να κάνει.

Δεν είναι απαραίτητο να είναι φασίστας, μπορεί απλώς να έχει αποκτήσει τον τίτλο ειδικού,
  πχ. ειδήμονας του μεσανατολικού ή του δόκτορα. Μπορεί να φέρεις οποιοδήποτε όνομα, πχ Stephan ή Grigat. Όταν λοιπόν κάποιος νοιώθει ευχάριστα σε έναν τέτοιο χώρο, τότε δεν το κάνει παρόλο – όπως λένε οι κριτικοί του – αλλά επειδή τον προσελκύει η γοητεία εθνικοσοσιαλιστικών και άλλων ιδεολογιών επικυριαρχίας. Το μίσος του ενάντια στους μουσουλμάνους είναι απλώς η γέφυρα για να περάσει απέναντι. Τα λεγόμενα του, ότι όλα αυτά τα κάνει για να υποστηρίξει το Ισραήλ, είναι το αναγκαίο ηθικό αξίωμα που αναφέραμε πιο πάνω.

Όταν πάλι άλλοι, ακόμη και με κίνδυνο να γελοιοποιηθούν, γράφουν αρρωστημένες εκτεταμένες αναλύσεις
[16] για να αποδείξουν τις λεπτές διαφορές (ακούστηκε ότι υπάρχουν κάποιες) ανάμεσα στους ρατσιστές του βρετανικού εθνικού κόμματος (BNP) και τους ρατσιστές της αγγλικής αμυντικής λίγκας (EDL), με αποτέλεσμα να θεωρούν δίκαιες τις ρατσιστικές επιθέσεις της EDL (καλές) ενάντια στους μουσουλμάνους, σε αντίθεση με τις ρατσιστικές επιθέσεις του BNP (κακές), δεν είναι τότε αυτονόητο να συμπεραίνει κανείς ότι πρόκειται για μια αίτηση πρόσληψης στην εφημερίδα «Junge Freiheit» (την εφημερίδα των διανοούμενων νεοναζί); Αρκεί απλά να νοιώσει κανείς την ανάγκη έκφρασης των εθνικοπατριωτικών του συναισθημάτων που για τους γνωστούς λόγους τις εχουν απαγορέψει και να τον αφήσουν ελεύθερο πάνω στα πλήκτρα του PC του, ώστε να εξυμνήσει και να θαυμάσει σε υψηλούς τόνους τους άγγλους εθνοφασίστες για τον αγγλοφασισμό τους, σαν εναλλακτική και ανώδυνη λύση έκφρασης των κρυφών επιθυμιών του.

Και όταν, τέλος, ένας δημοσιογράφος ή ανταποκριτής μιας ακροαριστερής εβδομαδιαίας εφημερίδας, που πουλάει τα φύλλα της με ελκυστικά σλόγκαν για «αγώνα ενάντια στο ρατσισμό και αντισημιτισμό», στήνει πάρτι πάνω σε εβραϊκές ταφόπλακες
[17] στην αυλή του σπιτιού που νοικιάζει, ταφόπλακες που προέρχονται από ένα πλιάτσικο εβραϊκού νεκροταφείου το 1943, τότε πρόκειται για μια μακάβρια μεν αλλά και ταυτόχρoνα ακονισμένη σαν διαμάντι συμπυκνωμένη εικόνα όλων αυτών που στο κείμενό μας προσπαθήσαμε να εκφράσουμε με λέξεις.

grabsteine  
εβραϊκές ταφόπετρες στην αυλή


Δεν θέλουμε ούτε μια αντι-καπιταλιστική ούτε μια αντι-γερμανική, ούτε μια αντι-ιμπεριαλιστική, ούτε μια οικολογική γερμανία. Δεν θέλουμε καμία Γερμανία!


Café Morgenland


(Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στα πλαίσια μιας εκδήλωσης του Tristeza, στις 25.05.2010 στο Βερολίνο. Η μετάφραση του περιέχει επιπλέον επεξηγήσεις, επεκτάσεις και περικοπές (ελεύθερη μετάφραση), ώστε  να γίνει κατανοητό στα ελληνικά. Το γνήσιο στα γερμανικά βρίσκεται στο: http://www.cafemorgenland.net/archiv/2010/2010.05.27_Deutsche_in_friedlichen_Zeiten.htm#_ftn12)

[1] «Το 2008, μετά από την έκτιση ολόκληρης της 22χρονης ποινής του για κατʼ εξακολούθηση βιασμό, κυνηγιόταν από κρατίδιο σε κρατίδιο. «Γιατί με κυνηγάνε σαν ζώο... δεν είμαι σκουπίδι» είπε σε ένα γράμμα του» (από την εφημερίδα Welt Online, 28.10.2009)

[2] «Εναντίον του 22χρονου γίνονται έρευνες, γιατί διαδόθηκε ότι έδειξε σε μικρά κορίτσια πορνογραφικό υλικό». (από την εφημερίδα Welt Online, 28.10.2009)

[3] Roland Koch = πρωθυπουργός της Έσσης (Hessen), Jürgen Rütgers = πρωθυπουργός της βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας κοκ.

[4] http://www.no-racism.mobi/?page_id=439

[5] Στην Αλμέρια της Ισπανίας το 2000 οι εγχώριες μάζες επιτίθεντο επί τρεις συνεχόμενες μέρες στους Μαροκινούς και Αλγερινούς μετανάστες, καίγοντας τους καταυλισμούς τους.

[6] Όπου οι νοτιοαφρικανικές μάζες το 2008 επιτίθεντο για μέρες στους μετανάστες από τη Μοζαμβίκη.

[7] O Νόλτε ήταν ο ιστορικός που κατά τη Διαμάχη των Ιστορικών (historikerstreit) υποστήριξε τη θέση πως ο εθνικοσοσιαλισμός ήταν μια αναγκαία απάντηση στον μπολσεβικισμό.

[8] «Όταν πότε-πότε σκέφτομαι ότι πρέπει να είμαι πια υπερήφανος γιατί κατάφερα να ενσωματωθώ τόσο τέλεια, τότε νιώθω μεγάλη οικειότητα με τα πολλά μικροτσίπ του κομπιούτερ μου», http://maz.blogger.de/?day=20100218

[9] Το 1998, όταν ξεκίνησε απο την γερμ. αριστερά η ισλαμοφοβία, αρθρογραφούσε ενάντια στους μουσουλμάνους στο περιοδικό Konkret με πληθώρα ρατσιστικών χαρακτηρισμών (κριτική για αυτόν τότε εδώ  http://www.cafemorgenland.net/archiv/1998/1998.09.18_konkret.htm). Φέτος εξέδωσε ένα βιβλίο, «Η εχθρική Εικόνα του Μουσουλμάνου» το οποίο ήταν ενάντια στην ισλαμοφοβία.

[10] Στις 13 φλεβαρη 2010 αποτράπηκε από ενα πλατύ αντιφασιστικό μέτωπο η διαδήλωση και κατάθεση στεφάνων των νεοναζί στο μνημείο για τα θύματα των συμμαχικών βομβαρδισμών στη Δρέσδη.

[11] «Η επεξεργασία λυμάτων εξυπηρετεί τον καθαρισμό νερού που μαζεύεται και μεταφέρεται από τα κανάλια. Για τον καθαρισμό του νερού απο τα ανεπιθύμητα υλικά εφαρμόζονται μηχανικές, βιολογικές και χημικές μέθοδοι». (απο Wikipedia)

[12] http://www.spiegel.de/politik/ausland/0,1518,605904,00.html

[13] «Με το γερμανικό ον, θα γιατρευτεί η ανθρωπότητα»  έλεγε ένα γνωστό αγωνιστικό σύνθημα.

[14] Μπάλερμαν λέγεται το αγαπημένο μπαρ των γερμανών στη Μαγιόρκα, γνωστό για τα μαζικά μεθύσια των θαμώνων του και τη γερμανο-φολκλορ μουσική του.

[15] «Αν ήμουν εγκληματίας πολέμου και έψαχνα μια χώρα στην οποία η πιθανότητα να με τραβήξουν στο δικαστήριο θα ήταν πολύ μικρή, θα διάλεγα την Αυστρία», Efraim Zuroff (διευθυντής του κέντρου Simon Wiesenthal στην Ιερουσαλήμ, FR, 12.4.2010)

[16] http://www.redaktion-bahamas.org/auswahl/web59-2.html, in „Im Geiste Winston Churchills

[17] http://valiacaldadog.blogspot.com:80/2009/02/blog-post_3356.html

 

 

 
Café Morgenland