Café Morgenland

click_for_german

Cafe Morgenland

[ Οκτώβριος / 2010]

Συνέντευξη της ομάδας μεταναστών Café Morgenland στο Ραδιόφωνο «ελεύθερος ραδιοφωνικός σύνδεσμος» (Freies Sender Kombinat) του Αμβούργου



Πότε και γιατί εμφανίστηκαν οι μετανάστες αυτο-οργανωμένα?

Τον Αύγουστο του 1973 επέστρεψαν πολλοί τούρκοι εργάτες της
Ford καθυστερημένα από τις διακοπές τους από την τουρκία, με αποτέλεσμα να απολυθούν. Αυθόρμητα ξέσπασαν στο εργοστάσιο της Ford στο Νιλ της Κολωνίας οι λεγόμενες «άγριες απεργίες», δηλαδή απεργίες που δεν οργανώνονταν από τα  γερμανικά συνδικάτα και έτσι δεν είχαν ουτε και την συμπαράσταση τους. Τα κύρια αιτήματά τους ήταν η απόσυρση των απολύσεων και η δυνατότητα άδειας διάρκειας 6 εβδομάδων.

Από τις 24 μέχρι τις 30 Αυγούστου απλώθηκαν οι απεργίες και σε άλλα εργοστάσια και περιοχές. Έγινε και κατάληψη στο εργοστάσιο της
Ford
. Χιλιάδες «ξένοι εργάτες» - σχεδόν όλοι από την Τουρκία μιας και οι γερμανοί προλετ-Άριοι διάλεξαν το πλευρό της εργοδοσίας – πήραν ενεργό μέρος. Ξεσηκώθηκαν μαζικά από μια «μη-επαναστατική» και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινη αιτία, δηλαδή λόγω συμπάθειας στους συνανθρώπους τους και για να έχουν περισσότερη άδεια, μιας και η επιτρεπόμενη αρκούσε μόνο για το ταξίδι και την επιστροφή από την ανατολή, έτσι ώστε να μην τους μένει σχεδόν καθόλου χρόνος για τα αγαπημένα τους πρόσωπα στην πατρίδα τους.

Κατά τη διάρκεια της απεργίας προστέθηκε και το αίτημα για αύξηση του μισθού (ένα μάρκο παραπάνω την ώρα). Δηλαδή τα αιτήματα δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, αλλά το θέμα ήταν ποιοι τα έβαζαν αυτά τα αιτήματα. Ήταν οι «κυμινότουρκοι» (κλασσική βρισιά τότε, από το μπαχαρικό κύμινο που χρησιμοποιείται στην τούρκικη κουζίνα) οι οποίοι ούτε σε σωστά γερμανικά δεν μπορούσαν να αρθρώσουν τα αιτήματά τους: «Ένα μάρκο όχι. Δύο μάρκα φτάνει». Η εφημερίδα
Bild ανέλαβε την επαν-ενεργοποίηση του πατριωτικού μετώπου. Μερικοί πρωτοσέλιδοι τίτλοι της τότε ήταν οι εξής: «τρομοκρατία των Τούρκων στην Ford», «θα καταλάβουν οι ξένοι εργάτες την εξουσία?» κλπ. Ο πρώην  υπεύθυνος της κυβέρνησης για την ασφάλεια του κράτους Βισνιέφσκι έκανε περιπολίες με ελικόπτερο πάνω από το κατειλημμένο εργοστάσιο για να πάρει μια εικόνα από το μεγαλύτερο μεταπολεμικό κίνδυνο που απειλούσε τη χώρα. Η τηλεόραση διέκοψε το πρόγραμμά της για να μεταδώσει διάγγελμα του τότε καγκελάριου Willy Brandt
προς το έθνος, περί του ότι «η δημοκρατία βρίσκεται σε κίνδυνο» κλπ. Μετά από την αποτυχία των πολυήμερων διαπραγματεύσεων με τους απεργούς, οι γερμανοί εργάτες, τα γερμανικά συνδικάτα και η γερμανική αστυνομία έκαναν τελικά επιδρομή στο εργοστάσιο – οπλισμένοι με ρόπαλα και σιδερένιους λοστούς. Το κυνήγι, με όλη τη σημασία της λέξης, ξεκίνησε. Εικόνες της λυσσασμένης καταστολής και του ξυλοκοπήματος των «τούρκων» εξελίχθηκαν σε όλους τους χώρους του εργοστασίου. Αιματοβαμμένα κεφάλια και κορμιά, τρέχανε απεγνωσμένα να σώσουν τη ζωή τους. Εκατοντάδες συλλήψεις, δεκάδες τραυματίες κι ένα μέρος από αυτούς μεταφέρθηκε στα νοσοκομεία. Λέμε για ένα μέρος, γιατί οι περισσότεροι λόγω του φόβου απέλασης και καταστολής, δεν πήγαν σε νοσοκομεία. Έτσι επανήλθε η γερμανική τάξη και σώθηκε η χώρα.

Τι από όλα αυτά απέμεινε σήμερα? Σχεδόν τίποτε. Το πολύ, η κλασσική πια φράση του ηγέτη του συνδικάτου μετάλλου «αυτή η αυθόρμητη απεργία δεν ήταν προσχεδιασμένη» (στην γερμάνια ακόμη και το αυθόρμητο ... προσχεδιάζεται). Σε αυτό πρέπει να προστεθούν και οι συνήθεις τελετουργίες σφαγιασμού των γεγονότων, δηλαδή το τυπικό «φαγοπότι των γυπών» όπως λέμε: οι αναλύσεις, τα βιβλία, οι έρευνες κλπ., έτσι ώστε το όλο θέμα να χωθεί (με τον ανάλογο οβολό φυσικά) στο αρχείο των γερμανικών «ατασθαλιών». Αυτή ήταν η πρώτη προσπάθεια αυτοοργάνωσης, που πήραν υπόψη τους οι ντόπιοι.

Μέχρι την επανένωση υπερίσχυσε ανάμεσα στους μετανάστες η φολκλορική βιτρίνα. Τα πολύχρωμα παραδοσιακά χρώματα του εκάστου τόπου καταγωγής, οι παραδοσιακοί κυκλικοί χοροί, στους οποίους οι ξενόφιλοι παίρνανε μέρος κάνοντας κατά κανόνα μερικά δειλά βηματάκια – όσο πιο άσχετα τόσο πιο ελκυστικά – και σιγοτραγουδούσαν με σπαστά μονοσύλλαβα τραγουδακια. Επρόκειτο δηλαδή για την προσπάθεια ξαναζωντανέματος των εικόνων των πρόσφατων καλοκαιρινών διακοπών των αυτοχθόνων. Ως γνωστόν, οι ισπανοί τρώνε παέγια, οι έλληνες χορεύουν συρτάκι και οι τούρκοι πίνουν τσάι σε καφενεία για άνδρες (παρεμπιπτόντως, η τελευταία αυτή εικόνα οφείλεται στις τότε προσπάθειες απελευθέρωσης της γερμανίδας, όταν με την ανακάλυψη του πατριάρχη από την ανατολή, κατάφερε να ξεπεράσει το υπαρξιακό πρόβλημα της έλλειψης φεμινιστικών κινήτρων. Οι εν μέρει αρνητικές και επιζήμιες συνέπειες  αυτής της ανακάλυψης για τους επισκέπτες των καφενείων, ήταν αναγκαία συνέπεια). Σε κάθε μήκος και πλάτος αυτής της κατηγορίας φολκλορικών ομάδων ανήκαν και οι πολυάριθμες πολιτικές ομάδες, από ΜΛ μέχρι ΧΧΛ, με την πολυμορφία των προετοιμαζόμενων επαναστάσεων τους και με τις ανάλογες προσπάθειες να αντικατοπτρίσουν τα κλισέ της  ντόπιας αριστεράς.

Και στις δυο περιπτώσεις, δεν ήταν ούτε  η γερμανία ούτε οι ενέργειες των ιθαγενών της θέμα. Αυτό άλλαξε όμως ξαφνικά, μετά την πρόσφατη επανάσταση, την ειρηνική αυτή τη φορά – όπως συνηθίζουμε να τη λέμε, ώστε να την ξεχωρίζουμε κάπως από τις προηγούμενες – που σημαίνει ότι έγινε με ειρηνικές, λαϊκές φιέστες-πογκρόμ. Έτσι δημιουργήθηκαν στη δεκαετία του ʽ90 σε διάφορες πόλεις της γερμανίας όπως στο Βερολίνο, το Αμβούργο, τη Βόνη, την Κολωνία, τη Φρανκφούρτη κλπ ομάδες μεταναστών με στόχο να προβάλουν αντίσταση απέναντι στο γερμανικό
Project. Ιδιαίτερα πρέπει να αναφερθούμε εδώ στην αντιφασιστική ομάδα «Antifaschist Genclik» (στα τουρκικά, αντιφασιστική νεολαία) του Βερολίνου, την οποία μετά από μια επίθεση της στον Kaindl
, ηγέτη τότε του νεοναζιστικού κόμματος «γερμανική λίγκα του λαού και της πατρίδας», κατά την οποία ο τελευταίος εξέπνευσε από τις μαχαιριές που δέχτηκε κατά την επίθεση, κατάφεραν να τη διαλύσουν (συλλήψεις, καταστολή κλπ.). Το ιδιαίτερο σε αυτήν την ομάδα ήταν ότι τόλμησε να συμπορευτεί με «τη βρωμιά του δρόμου», με συμμορίες νεολαίων μεταναστών, που τους απέφευγαν όλες οι μεταναστευτικές οργανώσεις. Διότι τέτοια φαινόμενα (συμμορίες νεολαίων μεταναστών) ήταν και είναι για τους «ευπρεπείς ξένους» με ακαδημαϊκό και ποπ-πρωτοποριακό υπόβαθρο σαν ένα ντεκόρ και μέσο απασχόλησης: αυτοπαρουσιάζονται δηλαδή σαν οι ειδήμονες, οι μεσάζοντες ανάμεσα στους ντόπιους και τους ξένους, σαν κοινωνικοί λειτουργοί και σαν γνώστες της γερμανικής γραμματικής, που με το μη-γερμανικό όνομα τους επιτρέπουν να εκφράζουν τις απόψεις τους στα γερμανικά έντυπα, στο στυλ «βέβαια, υπάρχουν προβλήματα, αλλά πρέπει να κοιτάξει κάνεις με μεγαλύτερη ακρίβεια κλπ» ή να παίρνουν μέρος στους ανταγωνισμούς για το ποιος θα  κάνει την καλύτερη «διαφοροποιημένη έρευνα» και «ανάλυση των αιτιών».

Πως εξελίχτηκαν όλα αυτά, τι υπάρχει σήμερα?

Σήμερα έχουμε το μοίρασμα αρμοδιοτήτων στον ενδιάμεσο χώρο, δηλαδή ανάμεσα στην κοινωνία στην οποία θέλει να μπει κανείς και τους διάφορους χώρους, για τους οποίους κάποιος θεωρείται σαν ο γνώστης και ο ειδήμονας, που έχοντας την κατάλληλη κατανόηση θέλει να μεσολαβήσει αποτελεσματικά για το καλό των μεταναστών.

Τι από όλα αυτά μπορεί να εκτιμηθεί σαν αποτυχία, τι σαν επιτυχία και γιατί?

Επειδή εμείς δεν βάλαμε ποτέ στόχους επιτυχίας, δεν περνά ούτε καν από το μυαλό μας να κάνουμε έναν απολογισμό των υπέρ και των κατά. Και επειδή δεν έχουμε αναλάβει την εκπροσώπηση κανενός, δεν μπορούμε να μιλήσουμε ούτε και για άλλους.

Εάν, παρόλα αυτά, ρίξουμε μια ματιά προς τα πίσω επιτρέπουμε στον εαυτό μας ένα απαλό μειδίαμα, όταν θυμόμαστε την τσατίλα και το ξέσπασμα θυμού στο χώρο της αριστεράς που δημιουργούσαν οι «αναίδειες» μας ή όταν θυμόμαστε τις εικόνες του όχλου στα μέρη που επεμβαίναμε για να σταματήσουμε τη γερμανική δραστηριότητα, όπου αμπαρωμένος στα σπίτια του μας παρακολουθούσε πίσω από μισόκλειστες κουρτίνες και ρολά ή αγριεμένος, προστατευμένος πίσω από τα μπλόκα της αστυνομίας.

Είναι μια συλλογική δράση στους μετανάστες εξίσου αδύνατη όπως και σε άλλους χώρους ή υπάρχουν ιδιαιτερότητες?

Ποιος λέει ότι η συλλογική δράση είναι αδύνατη? Και μάλιστα «όπως και σε άλλους χώρους»? Το ότι άτομα συσπειρώνονται για ένα συγκεκριμένο θέμα, ήταν και είναι μια καθημερινότητα. Οι αιτίες μπορούν να αλλάζουν – είτε αυτό αρέσει είτε όχι – πχ όταν παλεύουν για να μπορέσουν να χτίσουν ένα τζαμί κ.α. Η δυσκολία δεν έγκειται στη συλλογική δράση, αλλά ίσως στην – ας την ονομάσουμε – «ικανότητα συνεργασίας». Το ότι από το 1990 και μετά, ξεκίνησε μια πολιτική απομόνωσης, μια πολιτική μοναξιάς, που εξελίχθητε στην αποκοπή από τον αριστερό χώρο, δεν σημαίνει ότι αυτό είναι η παραίτηση από συλλογικές μορφές δράσης, διότι τι άλλο θα θα μπορούσε να γινόταν? Γενικά, φαίνεται να κρύβεται πίσω από αυτήν την ερώτηση ένα είδος αριστερής μελαγχολίας, που οδύρεται για τη χαμένη ενότητα του αγώνα, δηλαδή την εθελοντική ενσωμάτωση των μεταναστευτικών συλλογικοτήτων σε ένα ταξινομημένο κοινωνικό πλαίσιο. Μακριά από μας τέτοια σχέδια!

Ήταν μήπως οι μεταναστευτικές ομάδες ακροαριστερές? Έλλειπε ίσως ένα κίνημα από αστούς και συντηρητικούς μετανάστες, όπως υπάρχει για τις γυναίκες και για τους ομοφυλόφιλους?

Καθόλου, το αντίθετο μάλιστα, ήταν συντηρητικές. Για την ακρίβεια, εξηγούμε τις περισσότερες «αποτυχίες» ακριβώς λόγω αυτής της αριστερής συντηρητικής παράδοσης. Με αυτό εννοούμε, ότι για τους περισσότερους πολιτικοποιημένους μετανάστες, το κυρίαρχο ζήτημα δεν ήταν η ωμή και βίαια γερμανική καθημερινότητα, αλλα το πρόγραμμα του κόμματος, της οργάνωσης και γενικά το ιδεολογικό πρόγραμμα. Αυτό που εξελισσόταν έξω από αυτα τα ασφυκτικά πλαίσια, όχι μονο αγνοήθηκε αλλά και καταπολεμήθηκε.

Όταν σε σχέση με αυτο, μιλάμε για «αποτυχία», εννοούμε την αποτυχία των διαπραγματεύσεων και των μεσολαβήσεων για τις οποίες ο κατατοπισμένος αντιρατσιστής (με ή χωρίς «μεταναστευτικό φόντο») αισθάνεται υπεύθυνος. Κάποιος δεν τα κατάλαβε πάλι σωστά. Ίσως αυτο να είναι απογοητευτικό. Οι γνώσεις για τα κοινωνικά, οικονομικά ή πολιτιστικά αίτια του ρατσισμού πρέπει να γίνουν αντικείμενο κοπιώδους επεξεργασίας, συνήθως επί χρόνια. Πρέπει να φτιαχτούν στατιστικοί χάρτες. Κύριες και δευτερεύουσες αντιθέσεις πρέπει να κατονομαστούν και να ταξινομηθούν. Γραμμές σύσφιξης και διαχωρισμού ανάμεσα στους διαφόρους –ισμούς πρέπει να τραβηχτούν. Μεγάλες θεωρίες πρέπει να επανεξεταστούν και να ανανεωθούν. Οι ραφές ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη πρέπει να μπουν σε δοκιμασία κλπ. ... και αντί για όλα αυτά, ακόμη χειρότερα πωλείται το επόμενο αντιρατσιστικό βιβλίο … πράγματι θλιβερή κατάσταση!

Το να αναρωτιέται κανείς για το αν πρέπει να υπάρχουν συντηρητικά ή αστικά κινήματα μεταναστών, είναι απόλυτα εναρμονισμένο με αυτή την κατανόηση της πολιτικής που ισχύει σήμερα. Κάποιες φορές είναι οι αριστεροί και κάποιες φορές οι συντηρητικοί οροί που υπόσχονται ότι θα επιφέρουν μια εναρμονισμένη συμβιωση . Ανάλογα με την επικαιρότητα της κάθε δραστηριότητας μπορούν οι έκαστοι ειδήμονες να αναγνωρίζουν ότι επιτεύχθηκαν πολλά... διότι «οι γερμανοί αναγνώρισαν ότι είναι μεταναστευτική χώρα», διότι «οι τούρκοι έχουν και αυτοί ομάδες ανδρών», διότι «επιτρέπουν και στους μετανάστες να κάθονται επιτέλους στο κοινό τραπέζι διαλόγου» κλπ.  Έτσι, δεν αντιτίθενται τα αναφερομενα συντηρητικά φεμινιστικά και αντι-ομοφοβικά κινήματα σε μια αριστερή πολιτική. Το δείξιμο με το δάχτυλο παραμένει: πρέπει και να μάθουμε και να χρησιμοποιούμε τις σωστές έννοιες και να δεχτούμε τις ταξινομήσεις και τις ευθύνες που βάζουν για τους διαφόρους χώρους και κατηγορίες (οι γυναίκες για το γυναικείο, οι ομοφυλόφιλοι ενάντια στην ομοφοβία κ.α.).

Αυτοοργάνωση σημαίνει για μας κάτι διαφορετικό: Να αρνηθούμε την είσοδο στον κλασικό κύκλο που έχουν φτιάξει περί των μειονοτήτων και να μιλήσουμε μια γλώσσα, που να τους δυσκολεύει να μας κατατάξουν σε κάποια μεταναστευτική ταυτότητα. Η ουσία μιας ιδιαίτερης μεταναστευτικής θέσης δεν καθορίζεται για μας από τον προσανατολισμό σε μια μη-γερμανική καταγωγή και προέλευση, αλλά από την εμφάνιση μας σαν μια ανάρμοστη γνώση και σαν ένα απροσάρμοστο ον. Δεν επιθυμούμε να  δημιουργούμε συμπάθειες με το να διηγούμαστε ιστορίες για ξεριζωμένους ανθρώπους που παλεύουν για την αναγνώριση τους σε μια ξένη χώρα, αλλά προτιμάμε να εμφανιζόμαστε σαν απρόσκλητοι επισκέπτες, που γνωρίζουν περισσότερα για τους επισκεπτόμενους από ότι τους επιτρέπουν τα διάφορα παιδαγωγικά σχέδια ενσωμάτωσης.

Ούτε για τον «αμόρφωτο» ξένο εργάτη από την ανατολή ή την Πορτογαλία, ούτε για τον πρόσφυγα από το Καμερούν ή το Λίβανο δεν έχει προβλεφτεί εξάλλου ότι είναι αναγκασμένος να γνωρίσει τους «ιστορικούς παραλληλισμούς» ανάμεσα στη «διακοπή του πολιτισμού» πριν 65 χρόνια στην γερμανία από την μια και τη σημερινή εμπειρία του από το
Mecklenburg-Vorpommern μέχρι την Saarland (κρατίδια της Γερμανίας) από την άλλη, παραδείγματος χάρη.

Αυτοοργάνωση μεταναστών σημαίνει για μας να μη μαθαίνουμε να στεκόμαστε στην ουρά μέχρι να έρθει η σειρά μας να αρθρώσουμε λόγο, όπως κάνουν τα διάφορα «έξυπνα μυαλά» σε αυτήν την χώρα, που μας νευριάζουν κάθε λίγο και λιγάκι με θέματα τα όποια έχουν χιλιοειπωθεί και χιλιοσυζητηθεί κατά κόρον.

Αυτοοργάνωση μεταναστών σημαίνει, ακόμη, να αρνείσαι να κατανοήσεις τις σχέσεις και τις αιτίες, π.χ. τους ψυχολογικο-κοινωνικούς μηχανισμούς πίσω από τον αντισημιτισμό, τα οικονομικά αίτια του ρατσισμού και της ομοφοβίας κλπ.

Έτσι και αλλιώς είναι πολύ δύσκολο και χρειάζεται χρόνια (και αν φτάνουν) για να καταλάβεις την έκταση και το βάθος των καθημερινών απειλητικών φράσεων που σου πετάνε κατάμουτρα, όπως π.χ. όταν λένε: «παλιότερα κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να υπάρχει».

Για αυτό η Αυτοοργάνωση μπορεί να υπάρχει μόνο σαν ένα ανεξέλεγκτο στοιχειό. Η έλλειψη εποικοδομητικών πράξεων και σκέψεων είναι για μας το μέτρο και σταθμό της.

Ουσιαστικά λέμε ότι ήταν για πολύ καιρό οι μη-αριστεροί, οι καθαρά μη-πολιτικοποιημένοι μετανάστες που έδειξαν ανθεκτικότητα απέναντι στην εντολή για ενσωμάτωση και «δεν καταλάβαιναν» τι στο διάολο θέλουν από αυτούς. Δυστυχώς αυτό έχει αλλάξει. Σήμερα έγιναν διαλλακτικοί και αποδέχονται το κάλεσμα για διάλογο. Αυτό είναι ένα μεγαλύτερο πρόβλημα σε σχέση με το αν οι αριστερές ομάδες θα μπορέσουν να εξελιχθούν ή όχι.

Υπάρχει σήμερα μια ομαλοποίηση. Υπάρχουν άτομα σε μεσαίες και μερικοί σε ανώτερες θέσεις, άλλοι στους συνήθεις χώρους (κουλτούρα, Σπορ, Μουσική), συνεχίζουν όμως δίπλα σε αυτά οι διάφορες μορφές ρατσισμού? Είναι κάτι ανάλογο με το ότι γυναίκες υπάρχουν παντού και παρόλα αυτά υπάρχει «ενδο-οικογενειακή βία», έχουμε ομοφυλόφιλους δημάρχους και παρόλα αυτά «αποτροπιασμό» για τους ομοφυλόφιλους?

Καταρχάς θα πρέπει να είμαστε πιο ακριβείς στην ερώτηση αυτή περί ομαλοποίησης. Γιατί η ερώτηση αυτή υπονοεί, το ότι οι γερμανοί δεν σκέπτονται πλέον, πάνω από το σύνηθες μετρό την εξόντωση τόσο πολύ, το ότι δεν θα κάψουν ξανά οικογένειες και σπίτια τούρκων μεταναστών, το ότι δεν θα διώχνουν Ρομά από τα μέρη τους, το ότι δεν θα κυνηγάνε αφρικανούς πρόσφυγες για να τους λιντσάρουν σε έναν οποιοδήποτε εμπορικό δρόμο μέρα μεσημέρι κλπ.  Όταν λοιπόν εξετάσουμε όλα αυτά και φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά τα προαναφερθέντα τα κάνουν σήμερα σε πολύ πιο λιγότερο βαθμό και ότι σήμερα προτιμούν τη λεκτική και οπτική (ρατσιστικό βλέμμα) επίθεση, τότε θα πρέπει πριν το τελικό συμπέρασμα για την κατάσταση αυτού του πληθυσμού, να αναρωτηθούμε γιατί όλα αυτά τα κάνουν σε μικρότερο βαθμό. Από τη μια, γιατί δεν μπορούν τόσο εύκολα να τα κάνουν, τουλάχιστον σε ορισμένα μέρη της Γερμανίας, όπου οι μάζες των ξένων είναι τόσο μεγάλες που είναι χτυπητές στο μάτι. Το καθοριστικό ερώτημα όμως είναι, αν θα τα ξανακάνουν άμα τους δοθεί η ευκαιρία. Εδώ είναι που αρχίζει να γίνεται πολύ, πολύ  προβληματικό το ζήτημα. Ή όπως υπονοεί η ερώτηση: Θα αποτρέψουν οι Ö
zil (ποδοσφαιριστής στην εθνική Γερμανίας) και οι Fatih, (σκηνοθέτης) οι Özkan (υφυπουργός στην κάτω Σαξονία) και οι Cacau
(ποδοσφαιριστής στην εθνική Γερμανίας) να αποτρέψουν το επόμενο πογκρόμ? Η απάντηση δεν είναι εύκολη γιατί μόνο υποθετικά μπορεί να απαντηθεί. Ίσως να περιορίσουν για ένα διάστημα τη μαζικότητα του φαινομένου. Αλλά τότε παραμένει η ερώτηση ανοιχτή: τι θα κάνουν όλοι αυτοί που κατανοούν ότι τον Τούρκο που τα κατάφερε να ανέλθει δεν πρέπει να τον σκοτώνουν? Η απάντηση έχει ήδη δοθεί και είναι κοινά αποδεκτή: Βγάλτε τα απωθημένα σας στους Σέρκαν! Όπως βλέπετε, δεν εμπιστευόμαστε ούτε στο ελάχιστο αυτό το κλίμα της πολυπολιτισμικής αρμονίας. Διότι τέτοιες υποσχέσεις δόθηκαν πολλές φορές αλλά δεν κρατηθήκαν ποτέ. Να θυμίσουμε: Μετά τις διαδηλώσεις των εκατοντάδων χιλιάδων με τα κεριά εναντία στο ρατσισμό, ανέβηκαν οι επιθέσεις από μερικές εκατοντάδες, σε 18.000 τον χρόνο. Μετά από τις μαζικές διαδηλώσεις για το «ποτέ πια πόλεμος» βομβάρδισαν τη Γιουγκοσλαβία. Μετά το εθνικό παραλήρημα της «ειρηνικής γιορτής» του μουντιάλ του 2006 βάλανε στο στόχαστρο τους μουσουλμάνους.

Γιατί λοιπόν μετά από  εκφράσεις όπως «εξόντωση», «αποτελείωμα», «είναι σαν γιορτή στο συνέδριο του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος», «τα σύνορα της Πολωνίας είναι ανοιχτά» κλπ (όλες αυτές παρμένες από τα ΜΜΕ στην διάρκεια του τελευταίου μουντιάλ) να πάει αλλιώς? Επειδή πολλοί μετανάστες πιστεύουν ότι ανακάλυψαν την κάρδια τους να χτυπά για την γερμάνια?

Οι αναφερθεντες ρατσιστικοί διαχωρισμοί υπήρχαν και από παλιά, σήμερα έχουν γίνει απλώς καθημερινότητα, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας της ενσωμάτωσης. Ταυτόχρονα δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ, ότι ακόμη περισσότερο από το θέμα των  ιεραρχιών και των κατηγοριών, μια κυρίαρχη προϋπόθεση για την ενσωμάτωση είναι ο αντισημιτισμός, με την σύγχρονη μορφή του, τον αντισιωνισμό.

Έχουμε μήπως σήμερα αυτό που λεγόταν από παλιά, ένα βάθεμα του διαχωρισμού των ρατσισμών? Από τη μια, άτομα από την Ε.Ε. κι από την άλλη Τούρκοι/μουσουλμάνοι κλπ κατά μήκος λευκών και αποικιοκρατικών γραμμών?

Θα πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός και να μην κάνει  στους γερμανούς τη χάρη να δεχτεί την ταξινόμηση των θυμάτων που μας σερβίρουν. Για αυτό δεν προτιμάμε να μιλάμε για αποικιοκρατία αλλά για εξόντωση μιας και πιστεύουμε ότι αυτή η εκτίμηση είναι πιο υγιεινή για μας (προστασία της σωματικής και ψυχικής μας ακεραιότητας). Ξεκινάμε βασικά από αυτό που ονομάσαμε παλιότερα «το χαρτί του Άουσβιτς», ακόμη και αν αυτό δεν αρκεί μόνο του για να γίνει κατανοητή η πραγματικότητα της σημερινής γερμανικής κοινωνίας. «Το χαρτί του Άουσβιτς» είναι η απειλή μιας υπάρχουσας γνώσης περί της τεχνικής και της οργάνωσης της εξόντωσης, και η προθυμία τους να την ξαναφρεσκάρουν.

Να το πούμε αλλιώς: Εκτιμάμε τη γερμανική πραγματικότητα πάντα σε σχέση με την ιστορικά επαληθευμένη διάθεση του γερμανικού πληθυσμού και αρνούμαστε να ψάξουμε και να ανακαλύψουμε διάφορες λεπτομερειακές διαφοροποιήσεις και αποχρώσεις, τέτοιες που θα μας επέτρεπαν να ξεχωρίζαμε, πως οι γερμανοί, σε ποιο σημείο της ιστορίας τους, ποιο έγκλημα και ενάντια σε ποια μειονότητα προβλέπουν ή θα προβλέψουν να το ασκήσουν.

Είναι μήπως η γερμανία τόσο φιλική προς τους ξένους επειδή ύπαρχου οι ασφαλείς τρίτες χώρες?

Δεν συμφωνούμε με αυτήν την εκτίμηση. Η γερμανία, σαν εξαγωγική χώρα, προσπαθει από χρόνια να δείξει ένα ξενόφιλο πρόσωπο, ενώ ταυτόχρονα εφαρμόζει με επιτυχία την στρατηγική της: «ό,τι δεν μπορώ να κοντρολάρω, το απομονώνω».

«Μη μου τα γερμανο-λες», έλεγε παλιά η ομάδα Κανάκ Ατάκ. Είναι τώρα ο καιρός  «να τα συνγερμανο-λεμε», μιας και οι γερμανοί αναγνωρίζουν την ιδιαιτεροτητα της  διπλής προέλευσης των μεταναστών?[1]

Ξέρουμε τέτοιες εντυπωσιακές φράσεις και από άλλες ομάδες φολκλόρ. Αυτές οι φράσεις, σαν θεατρικό ντεκορ, υποτάσσονται στο στοιχείο του χρόνου, δηλαδή  θα αντικατασταθούν κάποτε από άλλες πιο μοντέρνες.

Υπάρχουν προϋποθέσεις, κανόνες και αυστηρά πλαίσια μέσα στα όποια σου επιτρέπουν να κινηθείς. Ή τα αποδέχεσαι όλα αυτά και υποτάσσεσαι στις διαταγές τους, ή γίνεσαι ένα πρόβλημα για τον κοινωνικοθεραπευτη ή τον εισαγγελέα. Αυτό εφαρμόζεται σήμερα με επιτυχία. Φαίνεται και από την μετατροπή των εννοιών, πχ. όταν αντί να συνεχίζουν να μας ονομάζουν «σκατοξένους», μας λένε τώρα «άνθρωποι με μεταναστευτικό φόντο». Αυτη η τάχα μου πολιτικά ορθή ονομασία, δεν επιφέρει μονό την αναγκαία ανάγκη διαχωρισμού για τη γερμανική τάξη και κατηγοριοποίηση, δηλαδή ʽδιαλογήʼ, αλλα σου ζητάνε ταυτόχρονα την καταγωγή σου και το που ανήκεις ως πρόβλημα, ώστε σύμφωνα με τις σημερινές κοινωνικο-ψυχολογικές γερμανικές απαιτήσεις να την τοποθετήσεις – όπως λέει αυτή η έννοια – στο φόντο...

Για αυτο και η απέχθεια μας εναντία σε αυτή την (ιδιαίτερα) αριστερή διάλεκτο. Ο τρόπος έκφρασης μπορεί να αλλάζει, η ουσία μένει. Φράσεις όπως «μη μου τα γερμανο-λες» δεν έρχονται σε αντίθεση με την προοπτική του να τα «συνγερμανο-λεμε». Είναι ένα σύνηθες κομμάτι του αποδεχτού τρόπου επικοινωνίας ανάμεσα στην γερμανία και στους δόκιμους υποψηφίους ενσωμάτωσης. Η κανακ ατακ χαρακτηρίζεται άλλωστε ακριβώς από αυτό, ότι δηλαδή τις διαπραγματεύσεις για τη διαφορετικότητα στη γερμανική κοινωνία θέλησε να τις μεταφέρει επί λέξη στο θεατρικό σανίδι, δηλαδή στον πολιτικά ουδετεροποιημένο χώρο του γερμανικού εμπορικού θεάματος, όπου μπορούν να παιχτούν πολλές αποκλίσεις του γερμανικού Είναι και του διαφορετικού του, χωρίς αυτό να βάζει σε κίνδυνο τους αποδεκτούς θεσμούς.
[2]

Από την άλλη, μήπως θέλουν οι ξένοι να είναι απλώς
normal (κανονικοί) και όχι πια διαφορετικοί?

Δεν αισθανόμαστε τον εαυτό μας στη θέση να εκτιμήσουμε τι είναι κανονικό και τι είναι διαφορετικό. Μας είναι έξαλλου αδιάφορο αν κανείς θέλει να είναι κανονικός ή διαφορετικός και τι καταλαβαίνει από αυτές τις έννοιες. Το μέλλον καθορίζεται σήμερα από το δίλημμα: επιτυχημένος δωσιλογισμός (ενσωμάτωση) ή απόσχιση.
Tο πρώτο συνοδεύεται αναγκαστικά με την κατάκτηση των δευτερευόντων γερμανικών προσόντων, όπως γνώση του γερμανικού ISO, των κανονισμών οδικής κυκλοφορίας, της γερμανικής αρχής της καθαρότητας της μπύρας, της γερμανικής πειθαρχίας και εργατικότητας κλπ.

«Ο Τούρκος θα τα καταφέρει», ήταν μια συνήθης φράση της παρέας της μπυραρίας κατά το τελευταίο μουντιάλ για το ποδοσφαιρικό αστέρι που είχε «μεταναστευτικό φόντο». Και όταν κανείς έβαζε μια ένσταση για αυτή τη φράση, είχαμε τη στερεοτύπη απάντηση «είναι απλώς ένα παιχνίδι, ποδόσφαιρο» και εννοούσαν ότι είναι απλώς μια βαλβίδα διοχέτευσης του ρατσισμού τους προς τα έξω, με την πρόθεση φυσικά να καθησυχάσουν τον σκεπτικιστή με τις υποψίες του. Και φυσικά χαιρόμασταν που ανακάλυψαν αυτή τη βαλβίδα... αλλιώς...

Από την οπτική αυτή γωνία μπορούμε να δούμε και τους τάχα μου θραύστες των ταμπού, όπως οι Σάρατζιν και οι Σβάρτζερ αυτής της χώρας, τους οποίους ισχυρές πλειοψηφίες των αυτοχθόνων τους χειροκροτούν για τα περί του ότι «η διανόηση είναι  γενετικό ζήτημα», για τα περί της «απαγόρευσης μιναρέδων» και των «μανάβηδων που ξέρουν να παράγουν μόνο κοριτσάκια με μαντήλα» κλπ. Αυτή η πλειοψηφία δε φέρεται μόνο ρατσιστικά (αυτό το έκανε πάντα), αλλά χρησιμοποιεί πια τα γκάλοπ για να εκτονωθεί, αντί να προχωρήσει στον εμπρησμό σπιτιών μεταναστών, πράγμα που εκτός του ότι είναι πιο δύσκολο, είναι και πιο επικίνδυνο. Έτσι, η δίψα για φόνο αναβάλλεται. Και μένει η ερώτηση: που θα καταλήξουν όλα αυτά τα συναισθήματα, όταν σβήσει η αίγλη των Σάρατζιν και των Σβάρτζερ? Πως θα μπορέσει ο Γερμανός να διαχειριστεί και να ελέγξει την ζωή του όταν δεν θα υπάρχουν τέτοιες δυνατότητες έκφρασης?

Σήμερα μπαίνει και πάλι το ζήτημα: να ζυγίσουν αν είμαστε περισσότερο χρήσιμοι ή περισσότερο επιβλαβείς για το γερμανικό αίσθημα ευτυχίας. Αλλά ουτε και αυτό είναι καινούργιο. Ένα απόσπασμα από ένα κείμενο με τον τίτλο:

«Πλημυρισμένοι από ξένους? Η χρήση ξένου εργατικού δυναμικού στην Γερμανία»

«Όταν σήμερα κάνει κάποιος περίπατο το βραδάκι στους δρόμους της πατρικής του πόλης, για να ξαναφρεσκάρει παλιές αναμνήσεις του, τότε μπορεί να του συμβεί να πέσει πάνω σε μια ομάδα από ξενόφερτες σιλουέτες που στέκονται στη μια ή την άλλη γωνιά του δρόμου, που παλιότερα δεν συνηθιζόταν να στέκονται εκεί. Περνώντας από δίπλα τους, ακούει ένα συντριβανι από αγνώστους γλωσσικούς ήχους, ρίχνει ένα εξεταστικό βλέμμα στα ανακατωτά κασκόλ στο λαιμό τους, στις παλιές τραγιάσκες τους, στα κολλημένα στην άκρη των χειλιών τους τσιγάρα  και αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι το όλο θέαμα του είναι ύποπτο. Α, σκέφτεται συνεχίζοντας το βήμα του, θα πρόκειται μάλλον για αυτούς τους ξένους εργάτες για τους οποίους ακούει κανείς τελευταία ένα σωρό. Λένε  ότι έχει  μάζες ολόκληρες από αυτούς τώρα στην γερμανία, φαίνεται ότι απλώνονται παντού. Και μετά θυμάται την ξαδέλφη του την Έρνα, που του διηγούταν τελευταία ότι ένας από αυτούς τους τύπους φέρθηκε με αυθάδεια σε μια συναδέλφισσα της στο εργοστάσιο... Αυτές οι ανησυχίες είναι κατανοητές, αλλά στην ουσία όχι αντικειμενικές. Εκείνοι που πρεσβεύουν ότι σήμερα η γερμανία θα πλημμυρίσει από ξένους εργάτες και ότι εμείς δεν θα είμαστε πια λόγω αυτής της μεγάλης προσέλευσης κύριοι του ίδιου του σπιτιού μας, δεν έχουν δίκιο. Βεβαίως, υπάρχουν σήμερα εκατομμύρια εργατικές δυνάμεις από όλες τις περιοχές  της Ευρώπης στην γερμανία κι ο αριθμός τους μάλιστα θα αυξηθεί παραπέρα. Αλλά θα ήταν λάθος, εάν κάποιος ζει με την αντίληψη ότι αυτές οι μάζες των ξένων «πλημμύρισαν» ήδη την πατρίδα μας. Σε μια πλημμύρα ανήκουν υπερχειλισμένες όχθες και τα σπασμένα φράγματα. Αντί αυτού εμείς καταφέραμε, παρά τις δυσκολίες, να λύσουμε τα οργανωτικά προβλήματα χρήσης των ξένων εργατών και να ικανοποιήσουμε το αίτημα ασφάλειας της πατρίδας σε γενικά πλαίσια.»

Όποιος τώρα νομίζει ότι αυτό είναι ένα απόσπασμα από καμιά κυβερνητική ή κομματική υπηρεσία του χριστιανοδημοκρατικού ή του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος από τη δεκαετία του ʽ70 ή του ʽ80 είναι απόλυτα γελασμένος. Η εφημερίδα, από την όποια είναι το απόσπασμα λέγεται
Veste Kreta, μια εφημερίδα της Wehrmacht
στην Κρήτη, με ημερομηνία έκδοσης την 1η Ιούλιου 1943! Σκοπός του κειμένου ήταν να καθησυχάσει τους στην Κρήτη σταθμευμένους  γερμανούς φαντάρους, ώστε να μην ανησυχούν για τις οικογένειες τους λόγω των ξένων εργατών στην πατρίδα τους. Όλα αυτά 67 χρονιά πριν... και όμως τόσο κοντινά...

                                                                               
Café Morgenland, Σεπτέμβρης 2010



[1] Αναφέρεται πχ στο γεγονός ότι μετανάστες μπορούν να είναι και γερμανοί και τούρκοι/άραβες κτλ.

[2] Η ομάδα Κανάκ Ατάκ κατέληξε πράγματι τα τελευταία χρόνια να κάνει μόνο παραστάσεις και παρουσίαση θεαμάτων με μεταναστευτικά θέματα.

 
Café Morgenland