Café Morgenland

(ανανεωμένο!) Το ζητούμενο: «Σε μια κλίμακα απο το 0 μέχρι το 10,
πόσο σκατά είναι η ελληνική κοινωνία?
»
[1]

(το κείμενο αυτό πρωτοπαρουσιάστηκε σε μικρότερη μορφή, στις 14.4 και 15.4. σε εκδηλώσεις στη Λάρισα και το Βόλο αντιστοίχως, χωρίς τις υποσημειώσεις. Στο παρόν, που παρουσιάστηκε στις 27.8., σε μια κατάληψη στην Θεσσαλονίκη [2] , έγιναν μια σειρά από επίκαιρες προσθήκες με τις οποίες και παρουσιάστηκε στις 18.9. σε κατάληψη στην Αθήνα)

Καταρχάς λίγα λόγια για τα κίνητρά μας, μιας και θεωρούμε καθοριστικό τον υποκειμενικό παράγοντα: Αφετηρία των αντιφασιστικών μας αντιλήψεων και της μέχρι πρότινος αντιφασιστικής μας δράσης ήταν και είναι η επίπονη και επίμονη ενασχόληση με την επινόηση, δημιουργία και λειτουργία του Άουσβιτς και των παραγώγων του, δηλαδή η ενασχόληση με εκείνη τη διαδικασία της επιμελούς και εξονυχιστικής προετοιμασίας, οργάνωσης και πραγματοποίησης του εγκλήματος των εγκλημάτων. Θεωρούμε το Άουσβιτς σαν το μέχρι σήμερα πιο κορυφαίο επίτευγμα του ανθρώπινου πολιτισμού και των ανθρώπινων ιδανικών, σαν την ολοκλήρωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Το ζενίθ το ανθρωπισμού δηλαδή.

Φυσικά και δεν είχαμε εκ γενετής αυτές τις γνώσεις και αντιλήψεις. Οι περισσότεροι/ες από εμάς, δρούσαμε μέχρι τότε λίγο-πολύ αγχωμένοι/ες ή ευτυχισμένοι/ες σε ριζοσπαστικές οργανώσεις είτε των χωρών προέλευσής μας είτε σε γερμανικές (αυτόνομες,
Antifa, ριζοσπαστική αριστερά κτλ). Η αρχή έγινε με τα ραγδαία γεγονότα που ακολούθησαν την επανένωση των δύο γερμανιών, μετά δηλαδή το 1990. Τι συνέβη τότε; Από το 1991 ξέσπασαν σε όλη τη γερμανία και ιδιαίτερα στην πρώην ανατολική, μαζικά λαϊκά πογκρόμ ενάντια στο κάθε τι μη γερμανικό, πρωτίστως και κύρια ενάντια στους μετανάστες και πρόσφυγες, αλλά και σε ό,τι θεωρούσαν ότι ήταν εβραϊκό (νεκροταφεία, μνημεία, ιδρύματα, άτομα κλπ). Όλα αυτά, αυτονόητα οδηγούν κάθε σκεπτόμενο άτομο να προσπαθήσει να δώσει μια λογική απάντηση με αφορμή αυτό το ξαφνικό συμβάν (ξαφνικό γιατί δεν το περιμέναμε, ούτε είχε προβλεφθεί από τις ιδεολογίες που ασπαζόμασταν), στο ερώτημα «γιατί, για ποιο λόγο;» συνέβησαν αυτές οι δυναμικές, δολοφονικές πράξεις των ιθαγενών και μάλιστα με μια άκρατη έκφραση συναισθηματικής ευτυχίας των δραστών; Σε αυτά τα αμείλικτα ερωτήματα προστέθηκε και η άμεση εμπειρία την οποία ζήσαμε από την πρώτη στιγμή, όταν απεγνωσμένα προσπαθούσαμε να προβάλλουμε αντίσταση στις λαϊκές γερμανικές ορδές που σε ένα μίγμα από υπερκατανάλωση μπύρας, κατουρημένα παντελόνια, κάψιμο τούρκικων οικογενειών, αλαλαγμών και πυρπόλησης καταφυγίων προσφύγων με μολότοφ, απολάμβαναν το γερμανικό λάιφσταιλ.
nazi
[ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ
ΛΕΖΑΝΤΑ: Φωτογραφία από το  Rostock-Lichtenhagen τον Αύγουστο του 1992 μπροστά στον καταυλισμό προσφύγων και μεταναστών, την ώρα του πογκρόμ.]

Η λέξη πογκρόμ είναι μια ρώσικη λέξη και σημαίνει «διαλύω, καταστρέφω». Με αυτή τη λέξη  χαρακτηρίστηκαν οι επιθέσεις του όχλου (κυρίως των ρώσων χωρικών) στην τσαρική ρωσία ενάντια στους εβραίους που ζούσαν εκεί (πάνω από 2.000 εβραίοι δολοφονήθηκαν στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα). Προϋπόθεση για να ονομαστεί μια ενέργεια σαν πογκρόμ είναι α) οι δράστες να είναι πολλαπλάσιοι των θυμάτων και να δρουν σαν όχλος, β) το αποτέλεσμα της επίθεσης να είναι επιζήμιο μέχρι θανάτου για τα θύματα και γ) να υπάρχει χρονική διάρκεια της πράξης (πχ. μια ξαφνική επίθεση που εκπληρώνει τις 2 πρώτες προϋποθέσεις, αλλά είναι στιγμιαία δεν θα ήταν σωστό να ονομαστεί πογκρόμ, ακόμα κι αν υπάρχουν περισσότερα θύματα).

Ε, αυτά τα 3 βασικά χαρακτηριστικά εμφανίστηκαν με όλη την πληρότητα τους στα γεγονότα της δεκαετίας του ‘90. Η μόνη γερμανική ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα πογκρόμ στη ρωσία ή αλλού, ήταν ίσως ότι στις περισσότερες περιπτώσεις είχαν εορταστικό  χαρακτήρα (τρικούβερτο πογκρόμ δηλαδή).

Και μια που μιλάμε για πογκρόμ, να δώσουμε μια ιστορική λεπτομέρεια: το πρώτο πογκρόμ που ξέσπασε στην τσαρική ρωσία (και το οποίο καθιέρωσε αυτό το χαρακτηρισμό), ήταν το 1859 στην Οδησσό. Ο όχλος δεν ήταν ρώσοι ή ουκρανοί, αυτοί ήταν τότε και οι ίδιοι μειοψηφία στην πόλη, αλλά οι έλληνες της πόλης, κυρίως ναυτεργάτες, καραβοκύρηδες και άλλοι έλληνες κάτοικοι της. Έμεινε στην ιστορία σαν το «πασχαλινό πογκρόμ»  γιατί πραγματοποιήθηκε τις μέρες του Πάσχα. Ήταν ένα μίγμα από θρησκευτικό (χριστιανικό αντιεβραισμό) αλλά και τετριμμένο, καθημερινό αντισημιτισμό (οι εβραίοι ως ανταγωνιστικοί παμπόνηροι έμποροι και τοκογλύφοι).

Η απάντηση που δώσαμε στο παραπάνω ερώτημα για τους λόγους και τα αίτια αυτού του γερμανικού ξεσπάσματος, ήταν η ιστορική συνείδηση του γερμανικού πληθυσμού που εδραιώθηκε στο εθνικοσοσιαλιστικό σύστημα με αποκορύφωμα τη μοναδική εμπειρία του από την ενεργό συμμετοχή του, ψυχή τε και σώματι, στο Ολοκαύτωμα. Ο εθνικοσοσιαλισμός αποτελεί μέχρι σήμερα την πηγή έμπνευσης και προσανατολισμού όλων αυτών και των συμπαθούντων τους ανά τον κόσμο που ονομάζουμε κοινώς Ναζί, από την ένωση των συλλαβών στις λέξεις εθνικό (γερμ. National) και σοσιαλισμό (γερμ. Sozialismus).

Και επειδή ο εθνικοσοσιαλισμός είναι ο ολοκληρωμένος φασισμός, δηλαδή ο φασισμός στην απόλυτη μορφή του και πάντα στη βάση του αντισημιτισμού και του ρατσισμού, θεωρούμε αδιανόητη μια αντιφασιστική δράση, χωρίς δράση ενάντια στον αντισημιτισμό και το ρατσισμό. Αδιανόητη όχι με την έννοια ότι δεν υπάρχουν άτομα και ομάδες που θεωρούν τον εαυτό τους αντιφασίστες/τριες και ταυτόχρονα είναι και αντισημίτες και ρατσιστές (πχ. η απόλυτη πλειοψηφία των ελλαδικών ομάδων), αλλά ότι απλά δεν είναι – πάντα κατά την ταπεινή μας γνώμη – ούτε αντιρατσιστές /-στριες ούτε  αντιφασίστες/-στριες.

Ο υποκειμενικός παράγοντας

Η μοναδική και κυρίαρχη διαφορά ανάμεσα στο ανθρώπινο ον και στα άλλα όντα του πλανήτη δεν είναι ούτε τόσο η σωματική, ούτε η εξωτερική του μορφή και εμφάνιση, αλλά η ύπαρξη νοημοσύνης και ως εκ τούτου η ικανότητα του να κάνει επιλογές και να παίρνει υπεύθυνες αποφάσεις για τις πράξεις του, ή ακριβέστερα, για τα εγκλήματά του. Ε, αυτή ακριβώς η ουσιαστική διαφορά είναι για μας το καθοριστικό, ώστε να βάζουμε στο κέντρο της κριτικής μας και της δράσης μας το υποκείμενο. Ούτε την αστική τάξη, ούτε το κεφάλαιο, ούτε τα Ούφο, ούτε καμιά θρησκεία, εθνικότητα κλπ σαν την αιτία της στάσης και της δράσης του κάθε υποκειμένου, αλλά το εξής ένα και μοναδικό: τις αυτόνομες αποφάσεις του υποκειμένου και τις από αυτές απορρέουσες πράξεις του, είτε θετικές (απελευθερωτικές εξεγέρσεις κλπ) είτε αρνητικές (πογκρόμ, ρατσιστικές, ομοφοβικές, σεξιστικές) επιθέσεις κλπ.

Ως γνωστόν, ο αυτοπροσδιορισμός «έλληνας» δεν έχει καμία σχέση με την καταγωγή. Θα είχε ίσως (παρόλο που ακόμη κι αυτό είναι επίπονο), σχέση με την καταγωγή, αν το λέει κάποιος που κάτι τέτοιο του είναι σημαντικό, πχ ότι είναι αρβανίτης, σλάβος, βλάχος, τούρκος, λαζός κλπ. Ή αν αυτοπροσδιορίζεται γεωγραφικά, πχ πελοπονήσιος, κρητικός, ηπειρώτης κλπ. Η προσκόλληση έτσι στην προβολή μιας φανταστικής καταγωγής, γιατί περί αυτού πρόκειται, δεν μπαίνει σε καμιά περίπτωση για προσδιορισμό προέλευσης ούτε και τυχαία αλλά εξυπηρετεί για το ίδιο το άτομο συγκεκριμένους σκοπούς και ψυχικές ανάγκες.

Όταν λοιπόν κάποιος /α ελληνίζει, ελληνοφέρνει ή ελληνοφρικάρει (διαλέγετε και παίρνετε), εκφράζει ταυτόχρονα με αυτό τον προσδιορισμό και τη στάση του την αμέριστη υποστήριξη και υπερηφάνεια του για το βίαιο εξελληνισμό και εκχριστιανισμό μειονοτήτων, για τα πογκρόμ και τις σφαγές των Διαφορετικών, για τη δημιουργία ενός τεχνητού έθνους στη βάση του μύθου του ‘εξ αίματος’ και της ‘πατρώας γης’. Η επιμονή, δε, του να θεωρεί τον εαυτό του σήμερα «έλληνα/ιδα», μπορεί να υπάρξει μόνο σε σχέση, σε παράλληλη συνύπαρξη με τους διωγμούς και την εναντίωση σε κάθε τι το διαφορετικό από το προαναφερόμενο ομοιογενές μονολιθικό σώμα. Ή όπως γράφαμε παλιά, για να μπορέσεις να πεις ότι είσαι έλληνας πρέπει να πεις το τι δεν είσαι, αλλιώς δεν τα καταφέρνεις. Στο πέρασμα του χρόνου, αυτή η διαδικασία ομοιογένειας όχι μόνο δεν ξεθώριασε αλλά συμπληρώθηκε και ενδυναμώθηκε, χάρη κυρίως στην αριστερά, με άλλα χαρακτηριστικά πέραν των παραδοσιακών περί πατρίδας, θρησκείας, έθνους, οικογένειας… χαρακτηριστικά όπως η συνωμοσιολογία, ο αντιαμερικανισμός, ο αντιιμπεριαλισμός (ελληνικός εθνικισμός), το αιώνιο θύμα των άλλων όπου όλοι καραδοκούν το κακό του κτλ (ακόμη και η Θάνου η ντοπαρίστρια δήλωσε πριν την δίκη της ότι η δίωξη της προέρχεται από συνωμοσία για να αμαυρώσουν την ελλάδα). Σήμερα είναι βίωμα ο αντιαλβανισμός, αύριο ο αντιμουσουλμανισμός και πάγια ο αντισημιτισμός. Για αυτό γράφαμε κάποτε ότι οι Άλλοι, οι Διαφορετικοί στην ελληνική κοινωνία εκπληρώνουν (πέρα απο τα άμεσα υλικά οφέλη για τους ιθαγενείς) έναν υπέρτατο εθνικό σκοπό: τη συνοχή και σύσφιξη των εθνικών δεσμών των πλειοψηφικών, το δυνάμωμα της ανώτερης φυλής, τη δικαιολόγηση κάθε εγκλήματος. Έτσι, ο ανθελληνισμός δεν είναι τίποτε άλλο από την απόλυτη άρνηση τόσο των παραπάνω μύθων όσο και την αξιωματική (με την έννοια του αξιώματος, του «δόγματος») αντίθεση σε όλα τα παραπάνω εγκλήματα που πράττουν ή που σκοπεύουν να πράξουν.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, το «έλληνας» είναι καταρχάς ένα ισχυρό συναίσθημα, ένα μίγμα από υπέρταση εθνικής ταυτότητας και καταφοράς κατά του Άλλου στο στιλ «πας μη έλλην στόχος μας». Φυσικά και υπάρχει εναλλακτική λύση πέρα από τη δυναμική λύση που προτείνουμε εμείς: η επίσκεψη σε έναν καλό ψυχολόγο, τουλάχιστον για όσους νομίζουν ότι η ψύχωση αυτή ξεπερνιέται με πιο ανώδυνους τρόπους από το να τις τρώει κάθε λίγο και λιγάκι (όπως ελπίζουμε) από άπλυτους, από τουρκόσπορους, από φιλοσιωνιστές και από γυφτοσκοπιανούς.

Ίσως εδώ θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μια συχνά εμφανιζόμενη παρεξήγηση όσον αφορά τη στάση μας απέναντι σε αυτούς που καταδιώκονται: το σημαντικότερο για εμάς δεν είναι η συμπαράσταση στα θύματα του ξεσπάσματος της ελληνικής κοινωνίας αλλά η καταπολέμηση αυτής της ίδιας της κοινωνίας. Ή αλλιώς, η συμπαράσταση έρχεται ντε φάκτο, έμμεσα, ιδιαίτερα όταν η δράση μας ενάντια στους δράστες, τους περιορίζει στις τρύπες τους ή ακόμη καλύτερα τους εξαφανίζει.

Να το εξηγήσουμε:                                                                                                                          

1.  Το εκάστοτε θύμα δεν έχει καμιά σχέση με τα εγκλήματα της κοινωνίας που αναφέραμε (ρατσισμός, αντισημιτισμός, ομοφοβία, σεξισμός κλπ) διότι αυτά είναι γέννημα-θρέμμα της φαντασίας των θυτών και μόνο. Αν δηλαδή δεν τα κατασκεύαζαν, ούτε καν πχ ο όρος ομοφοβία θα υπήρχε στο σύγχρονο ελληνικό λεξιλόγιο (σύγχρονο γιατί πράγματι, πχ τόσο στην ελληνική αρχαιότητα όσο και στον αραβικό κόσμο πριν την αποικιοκρατία δεν υπήρχαν λέξεις και έννοιες διαφοροποίησης και ταξινόμησης των σεξουαλικών προτιμήσεων). Από τη στιγμή που αρχίζουμε να θέτουμε αυτά τα ζητήματα, σε σχέση με τα θύματα, έχουμε ήδη χάσει, με το να αρχίσουμε δηλαδή να κάνουμε σκέψεις για την καλή ή κακή συμπεριφορά καθώς και τον τρόπο ζωής των θυμάτων (οπτική γωνία των λαϊκών μαζών), είτε και για την αγωνιστικότητα ή παθητικότητα τους (οπτική γωνία της ελαρ/ελαν [3] ). Δηλαδή κάνουμε μοίρασμα ευθυνών σε ένα ζήτημα που είναι εντελώς μονόπλευρο. Από κει και πέρα απορρέουν όλα τα δεινά που μαστίζουν σήμερα την αριστερά και την αναρχία με το να ψάχνουν αίτια είτε στον καπιταλισμό, είτε στην συμπεριφορά των θυμάτων (πχ ότι δεν αγωνίζονται όπως πρέπει κλπ).

2. Επίσης, αν προτεραιότητα δική μας ήταν η συμπαράσταση στα θύματα, θα σήμαινε, απ’ την άλλη μεριά, ότι θα παίζαμε το παιχνίδι του ανθρωπισμού. Τι εννοούμε; Όταν ένας μετανάστης μαχαιρώνεται από ένα φασίστα, δεν τον βοηθάνε έπειτα σε τίποτα η συμπόνια και τα θερμά μας λόγια συμπαράστασης. Τα ψυχικά μας συναισθήματα για να το πούμε ωμά, δεν είναι δικό του πρόβλημα. Μόνο όταν καταφέρουμε να  αποτρέψουμε την επίθεση εναντίον του έχει ένα προτέρημα από εμάς. Αυτό ακριβώς προσπαθήσαμε να εκφράσουμε με ένα παλιό σύνθημα μας «όταν επιτίθενται ρατσιστές πρέπει να το κανονίσουμε έτσι, ώστε να μην το ξανακάνουν ποτέ». Όλα τα άλλα είναι απλά εφησυχασμός της δικής μας συνείδησης και τίποτε άλλο.

3. Από την άλλη, συμπάθεια προς μια μειονοτική ομάδα σημαίνει ότι μπαίνει σε ισχύ ο ανάλογος μηχανισμός με αυτόν που λειτουργεί και στους θύτες, με αντίθετα όμως πρόσημα. Δηλαδή πρέπει να κατασκευαστεί στη φαντασία μας ένα σύνολο αποδεκτών προς τις αντιλήψεις μας χαρακτηριστικών, ιδιοτήτων και ιδιαιτεροτήτων αυτής της πληθυσμιακής ομάδας, να αποδοθούν αυτά τα κατασκευάσματα της φαντασίας μας ως μόνιμες σταθερές στην ομάδα αυτή και έτσι να λειτουργήσει η συμπάθεια, ο θαυμασμός κλπ. Ως γνωστόν, όμως, κάθε άτομο αποτελεί και μια μοναδικότητα που το συμπαθούμε ή το αντιπαθούμε πάντα σε σχέση με τον χαρακτήρα του, τις αντιλήψεις του κλπ, όταν έρθουμε δηλαδή σε άμεση ή έμμεση επαφή μαζί του, δηλαδή είναι κάθε φορά ένα προσωπικό και ατομικό και ουδέποτε ομαδικό θέμα. Έτσι δεν θα περνούσε ούτε κατά διάνοια από το μυαλό μας να πούμε ότι π.χ. συμπαθούμε τους Ρομά, τους Εβραίους, τους Αλβανούς κλπ. Ακόμα χειρότερα, θεωρούμε αυτού του είδους τη συμπάθεια σαν την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Ιστορικά αλλά και σήμερα έχουμε τέτοιες καταστάσεις, η πιο γνωστή είναι π.χ. ο φιλοσιμητισμός. Ο φιλοσημίτης είναι αυτός που τη στιγμή που θα απογοητευθεί από τον «ιδανικό του εβραίο», μετατρέπεται στον χειρότερο αντισημίτη.

Το συναίσθημα της συμπάθειας που έχουμε φυσικά απέναντι στα θύματα, απορρέει όχι από κάποια χαρακτηριστικά που προσθέτουμε ή επινοούμε για μια διωκόμενη ομάδα ανθρώπων, αλλά αποκλειστικά από το γεγονός ότι είναι στο στόχαστρο αυτών που πολεμάμε. Η συμπάθεια μας προς τα θύματα των φασιστών δεν έχει καμία σχέση με το ποιόν ή τις αντιλήψεις των θυμάτων αλλά μόνο και αποκλειστικά με το γεγονός ότι είναι θύματα τους, ότι διώκονται, ότι βρίσκονται στο στόχαστρο τους.

Εδώ έγκειται και η κυρίαρχη διαφορά ανάμεσα σε αυτούς που ανήκουν (είτε το θέλουν είτε όχι) στην πλειοψηφία και σε αυτούς που ανήκουν στα θύματα της πλειοψηφίας: ότι επειδή το θύμα τους το βγάζουν έξω από την κοινωνία τους, επειδή το αντιμετωπίζουν σαν ξένο και επιζήμιο σώμα του υγιούς εθνικού και κοινωνικού κορμού, του αφαιρούν οποιαδήποτε δυνατότητα επιλογής, ακόμη κι αν γίνει (στη χειρότερη περίπτωση) σαν αυτούς, δηλαδή δεν έχει την πολυτέλεια της επιλογής τού «άνθρωπος ή γουρούνι». Από την άλλη, εμείς από τη θέση μας και από το πως μας βλέπουν οι άλλοι, κάνουμε ότι κάνουμε μόνο μέσα από την απόφαση μας να το κάνουμε, επιλέγουμε ποια στάση θα κρατήσουμε και αν θα την κρατήσουμε. Και πριν κανείς νομίσει ότι αυτό μας τιμά, να υπενθυμίσουμε ότι αυτή η απόφαση μας έχει ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα να αναιρεθεί και να γίνουμε όποτε μας γουστάρει ή όταν βαρεθούμε ή κουραστούμε, τακτικά, υγιή και χρήσιμα μέλη αυτής της κοινωνίας. Πράγμα που έχει σαν συνέπεια ότι θα πρέπει καθημερινά να ανανεώνουμε αυτή μας την απόφαση και να τη βάζουμε σε δοκιμασία μέσα από την πράξη μας και τη στάση μας... μια ολόκληρη ζωή. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στα ντε φάκτο μέλη της κοινωνίας και σε αυτούς που θεωρούνται τα ξένα σώματα της είναι η σημαντικότερη, είναι η διαφορά εφ όλης της ύλης που λέμε. Αυτήν ακριβώς την επιλογή δεν την έχει το θύμα. Καταβαίνετε λοιπόν γιατί απεχθανόμαστε φράσεις του είδους, «είμαστε όλοι μετανάστες» κλπ. Κάτι τέτοια προσπαθούν απλά να καλύψουν αυτήν ακριβώς τη θεμελιακή διαφορά, παρουσιάζοντας μια εξίσωση που δεν υπάρχει.

Απεργίες, κοινωνικές κατακτήσεις, εργατική τάξη, αντικαπιταλισμός
και άλλοι κώδικες επικοινωνίας της κοινωνίας


Η ισχύουσα και συνολικά αποδεκτή αντίληψη είναι ότι οι κοινωνικές κατακτήσεις, o αντικαπιταλισμός κλπ είναι αυτομάτως, εξορισμού, κάτι το απελευθερωτικό και το θετικό. Το ίδιο ισχύει και για την ιδιότητα ‘εργάτης’, ‘εργαζόμενος’ κλπ. Ο εθνικοσοσιαλισμός αλλά κι άλλα φασιστικά καθεστώτα, μας δίδαξε όμως ακριβώς το αντίθετο. Έτσι είχαμε επί εθνικοσοσιαλισμού στη γερμανία τα μεγαλύτερα, πλατύτερα και διαχρονικότερα κοινωνικά επιτεύγματα: υπέρ-απασχόληση, καθιέρωση της εργατικής πρωτομαγιάς ως αργίας, απελευθέρωση της γυναίκας, ασφαλιστικό σύστημα συντάξεων, κοινωνική περίθαλψη, κοινωνικό σύστημα υγείας, λαϊκές κολεκτίβες αλληλοβοήθειας κλπ, όλα αυτά δηλαδή που ισχύουν μέχρι σήμερα στην πλειοψηφία τους στη γερμανία και που θαυμάζει και ονειρεύεται ο έλληνας εργάτης, αγνοώντας εσκεμμένα ότι όλα αυτά είχαν ένα αντίτιμο: 6 εκατ. νεκρούς εβραίους, εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς Ρομά, χιλιάδες νεκρούς ομοφυλόφιλους και «ψυχικά ασθενείς», εκατομμύρια νεκρούς στην κατακτημένη ευρώπη κλπ.

Ραχοκοκαλιά αυτού του αντιτίμου ήταν η γερμανική εργατική τάξη, που με αυταπάρνηση και αυτοθυσία, αγνοώντας κακουχίες και απροσδόκητες δυσκολίες που εμφανίστηκαν σε αυτή την πορεία επαναστατικής έξαρσης, συμμετείχε ενεργά ή παθητικά, ανάλογα με τις δυνατότητες της, στο μεγαλειώδες αυτό έργο της εξόντωσης, γνωστό στην ιστορία σαν Ολοκαύτωμα. «Το να εξοντώσεις έναν άνθρωπο, είναι θέμα πολιτικής ή θέμα ηθικής. Το να εξοντώσεις 6 εκατ. ανθρώπους είναι θέμα εργατικής ηθικής» έγραφε κάποτε ο W. Pohrt, ένας γερμανός συγγραφέας.

Λέμε ότι ο εθνικοσοσιαλισμός μας δίδαξε, γιατί το ίδιο ακριβώς ερώτημα πρέπει να βάζουμε κάθε φορά που έχουμε δυναμικές επεμβάσεις κοινωνικών ομάδων για κοινωνικές κατακτήσεις. «Τι ζητάνε, για ποιούς τις  ζητάνε, σε βάρος ποιών θέλουν να τις κατακτήσουν; Ποια εγκλήματα συνεπάγονται αυτές οι κατακτήσεις»;  Έτσι μας είναι αδύνατον όχι μόνο να συμμετάσχουμε, αλλά ούτε καν να νιώσουμε οποιοδήποτε είδος συμπαράστασης π.χ. με διαδηλωτές, όσες χιλιάδες και να είναι, που με ελληνικές σημαίες στο χέρι και στον εγκέφαλο τους, συγκρούονται με την αστυνομία και εξεγείρονται «ενάντια στο ΔΝΤ και τους τοκογλύφους που απομυζούν την ελλάδα και το λαό της».

Είναι οι ίδιοι, αυτή τη φορά με τη μορφή του επαναστατημένου απεργού, που μετέτρεψαν όλη την ελλάδα σε μανωλάδες και σεπτέμβρηδες του 2004, είναι οι ίδιοι που φιγούραραν επί χρόνια σαν αφεντικά απέναντι σε αλβανούς, πακιστανούς, αφρικανούς κλπ, είναι οι ίδιοι μόνιμοι πελάτες του τράφικινγκ και των εθνικών εξάρσεων, είναι οι ίδιοι που άρπαξαν την ευκαιρία να προσθέσουν στο σκυλάκι τους και την οικιακή υπηρέτρια τους από τις Φιλιππίνες, είναι οι ίδιοι που το παίζουν εξουσία, ιδιαίτερα απέναντι στους Άλλους, μόλις πάρουν μια θέση θυρωρού ή κλητήρα, είναι οι ίδιοι ρουφιάνοι, που μόλις βρουν ευκαιρία, τρέχουν επώνυμα ή ανώνυμα στην αστυνομία για να καταδώσουν οποιονδήποτε και οποιαδήποτε αποφασίζει να δρα εκτός και ενάντια στα καθορισμένα νομικά, κοινωνικά και πολιτικά πλαίσια (μην ξεχνάμε ότι η πλειοψηφία των συλλήψεων τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα μετά τον δεκέμβρη του 2008, έγιναν λόγω επιτυχούς ρουφιανιάς των εργαζόμενων συμπολιτών μας), είναι οι ίδιοι που ανέχονται το σημερινό αίσχος των φυλακών και των απάνθρωπων βασανιστηρίων που λαμβάνουν χώρα εκεί, είναι οι ίδιοι που ανέχονται και συμβάλλουν στην περαιτέρω περιθωριοποίηση των Ρομά κτλ.

Αλλά και από την άλλη (για να μην αφήσουμε παράθυρο διαφυγής), ούτε και βλέπουμε κάτι το απελευθερωτικό, όταν επαναστατημένοι διαδηλωτές βρίζουν τους μπάτσους ή τους φασίστες σαν «πούστηδες», «μουνιά», «μογγολάκια» κλπ αλλά το αντίθετο: βλέπουμε σε αυτές τις ‘απελευθερωτικές’ εκφράσεις, τις βάσεις και το όραμα για την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας σε ομοφοβική, σεξιστική, ρατσιστική και αντισημιτική βάση με επαναστατικά όμως αυτή την φορά πρόσημα.

Το παράδοξο σε αυτήν τη κοινωνία είναι ότι, παρόλο που είναι όπως την περιγράψαμε αλλά κι ακόμη χειρότερα, συνεχίζει να λειτουργεί αρμονικά με μια ιδιαίτερη κωδική επικοινωνία ανάμεσα στα εξεγερμένα ή υποτακτικά μέλη της. Λέξεις-κωδικοί όπως ‘εργάτης’, ‘ταξικό’, ‘αντικαπιταλισμός’, ‘κεφάλαιο’, ‘τράπεζες’ κλπ μετατρέπονται σε κλειδιά που ανοίγουν κάθε πόρτα, κάθε συνέλευση και κάθε καρδιά. Οι κωδικοί αυτοί δεν χρειάζονται καμιά εξήγηση ή ανάλυση, αρκεί απλά να ειπωθούν. Το άτομο ή η ομάδα που τις εκστομίζει στο λόγο της ή τις επαναλαμβάνει συνεχώς στις προκηρύξεις και στα καλέσματά της γίνεται αυτομάτως οικείο, συντροφικό, προσφιλές. Αυτή την κωδικοποιημένη  επικοινωνία τη γνωρίσαμε στην πρόσφατη απεργία πείνας των μεταναστών [4] , όπου σε κανέναν δεν αρκούσε η λέξη «μετανάστες», έπρεπε να προστεθεί και η κωδική λέξη «εργάτες», ώστε να υπάρχει μια δικαιολογία, πολιτικά τεκμηριωμένη και άνευ ενδοιασμών, για να μπορέσει να δικαιολογηθεί όποιος έλληνας έκανε αλληλεγγύη, γιατί στο διάολο ασχολείται με ξένους. Σκεφτείτε το τεράστιο κενό στο χώρο της αλληλεγγύης, αν οι μετανάστες απεργοί πείνας ανακοίνωναν ότι απαιτούν άδεια παραμονής και εργασίας για να ανοίξουν μαγαζιά ή για να κάνουν εμπόριο. Δεν ξέρουμε από ποιους τότε θα έπρεπε να φοβούνται περισσότερο.

Από τη μόσχα μέχρι την αθήνα, μόνο δέκα μαχαιριές απόσταση

Στις 12 Μαΐου του 2011, δύο έλληνες δολοφόνησαν με 10 μαχαιριές στα κάτω Πατήσια τον Αλίμ Αμπντούλ Μάναν, 21 ετών, μετανάστη από το Μπαγκλαντές. Αφορμή ήταν η φονική ληστεία ενός έλληνα από 3 μετανάστες. Η επίθεση ήταν στα πλαίσια του πογκρόμ που ξέσπασε εκείνη την ημέρα από αγανακτισμένους για το γεγονός έλληνες (κάτοικοι) και ελληναράδες (φασίστες) και που συνεχίστηκε για ένα μήνα με την υποστήριξη της αστυνομίας, των ΜΜΕ και του υπόλοιπου αγνού όχλου. Οι λιγοστές αντιδράσεις από τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο παρέμειναν εξαιρέσεις, μιας και η πλειοψηφία αυτού του χώρου αποφάσισε να μην τα βάλει με την κοινωνία, να μην κόψει τον ομφάλιο λώρο [5] μαζί της. Έτσι ανακάλυψαν και αυτοί ότι υπάρχει πρόβλημα με τους μετανάστες προσφέροντας κι αυτοί τον οβολό τους στη λαϊκή συνοχή και τους μετανάστες βορρά στα ρατσιστικά ένστικτα. Ενώ τον ρατσιστικό όχλο, δεν τον ενδιαφέρει να αναλύσει και να επεξηγήσει το ρατσισμό του, αλλά μόνο να τον απολαύσει, η ελαρ/ελαν αναγκάζεται λόγω της ετικέτας της, να τον κρύψει πίσω από μια θεωρητική επεξήγηση, με αποτέλεσμα να εκφράζονται απόψεις που αν δεν ήταν τόσο απαίσιες, θα μπορούσαμε να τις ονομάσουμε κωμικοτραγικές. Έτσι, στη γνωστή για τον αντισημιτισμό της εφημερίδα ΠΡΙΝ, γράφουν ολόκληρα σεντόνια για να επεξηγήσουν τη θέση τους ότι είναι υπέρ των μεταναστών... αλλά ενάντια στη μετανάστευση. Σπάσανε δηλαδή τον κατ’ αυτούς γόρδιο δεσμό ελπίζοντας ότι με την εγκληματοποίηση της μετανάστευσης θα λύσουν το πρόβλημα τους απ’ τα αριστερά. Όταν ο Σαββόπουλος ονειρεύεται ξερονήσια για μετανάστες και πρόσφυγες και επεξηγεί, μάλιστα, ότι θα πρέπει να είναι άγονα νησιά που θα τα καλλιεργήσουν... να μην ταΐζονται και τσάμπα, όταν λοιπόν ο Σαββόπουλος έχει τέτοια όνειρα, είμαστε υποχρεωμένοι να βάλουμε το ερώτημα, από που αντλεί αυτή τη φαντασίωση του. Φυσικά από μια εμπειρία Μακρονήσου, Λέρου, Αηστράτη κλπ. Δηλαδή εδώ έχουμε μια ανατροπή των εμπειριών, που λειτουργούν όχι πια σαν παράδειγμα προς αποφυγή αλλά σαν πρότυπο. Να, κάπως έτσι αρχίζει και η αναθεώρηση της ιστορίας... δεν ήταν και όλα τα μετεμφυλιακά αρνητικά. Μην ξεχνάμε ότι την Μακρόνησο την ονόμαζαν εθνική κολυμβήθρα!

Μέχρι την επαναλειτουργία τέτοιων παραδοσιακών περιοχών, θα εξασκούνται αγανακτισμένα ή νηφάλια στις γειτονιές τους και στις πλατείες τους με επιθέσεις ή χάπενινγκ, [6] σε «επιτροπές κατοίκων» ή στα κρατητήρια:
«Κατά τη μεταφορά δεν έλειψαν τα ρατσιστικά σχόλια και οι βρισιές απέναντι μου ενώ σε διάφορα χρονικά διαστήματα τραβούσαν αναμνηστικές φωτογραφίες. Το καλωσόρισμα μου στη ΓΑΔΑ ήταν μια κλοτσοπατινάδα από αρκετούς μπάτσους, για πολλή ώρα, αφού δεν αποκάλυπτα την ταυτότητά μου. Αφού τελικά με ξεκουκούλωσαν και ανακάλυψαν ποιος είμαι, με ανάγκασαν να κοιτάζω έναν τοίχο και μια στο τόσο συνέχιζαν το ξύλο, για να μου θυμίζουν που βρίσκομαι. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα άκουγα το βασανισμό των συντρόφων μου από τα δίπλα δωμάτια... Μόλις τελείωσαν, με ξαναέβαλαν να κάτσω αντικριστά σε έναν τοίχο όπου και εκεί δεν έλειψαν τα ρατσιστικά σχόλια. Μου έβαζαν να ακούω εμβατήρια και τον εθνικό ύμνο, τονίζοντάς μου πως αν έλεγα “γαμώ την Αλβανία” όλα θα τελείωναν.» (απόσπασμα από επιστολή του Δαμιανού Μπολάνο, 20 Μαΐου, φυλακές Δομοκού).

Αναρχικό κατεστημένο

Η αποκοπή από την ελληνική κοινωνία, από τον ομφάλιο λώρο που αναφέραμε προηγουμένως, είναι ο μεγαλύτερος εφιάλτης των κολεκτίβων, των καταλήψεων και της πλειοψηφίας  των αναρχικών/αντιεξουσιαστικών ομάδων. Ο χώρος έχει να χάσει πολλά. Στέκια που δουλεύουν σαν ρολόι, αναρχικές/αντιεξουσιαστικες δομές και καθιερωμένες ιεραρχίες, θέσεις και «υπευθυνότητες» που αποκτήθηκαν με επίπονη αγωνιστική δραστηριότητα κλπ.

Ο εναλλακτικός τρόπος ζωής τους αντανακλά τη συνήθη ελληνική οικογένεια. Αντικατέστησαν τη μια με την άλλη κρατώντας τα κυρίαρχα: Δομές, κατανομή ευθυνών, αλληλεξάρτηση τόσο οικονομική όσο και κοινωνική. Μια αποκοπή από αυτό το πλέγμα ή το ακραίο, διώξιμο από την κολεκτίβα-οικογένεια σημαίνει συναισθηματικό ράκος, κοινωνική απομόνωση. Ελάχιστοι τολμούν την απελευθέρωση από αυτό το ιδιόμορφο κατεστημένο, είτε ομαδικά είτε ατομικά.

Και φυλάσσουν τον περίγυρο τους, τις συνοικίες τους. Η γνωστή για την καταδίωξη των ναρκομανών και μετατροπή της συνοικίας της σε «τοξικά απελευθερωμένη περιοχή», «επιτροπή πρωτοβουλίας κατοίκων Εξαρχείων» έβγαλε αμέσως μετά την επίθεση στο Α.Τ. Εξαρχείων με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα, ανακοίνωση καταγγελίας όπου αρκεί να αλλάξεις μόνο μερικές λέξεις για να έχεις κείμενο καθαρά ελληνικό π.χ. της «επιτροπής κατοίκων αγ. Παντελεήμονα» ή, τώρα, του μουσείου. Το καινούργιο στάδιο στο οποίο φτάσαμε δηλαδή είναι ότι δεν μπορούν πια να δουν έναν πεσμένο στο έδαφος χωρίς να πρέπει οπωσδήποτε να τον ποδοπατήσουν. Διαβάζοντας τις ανακοινώσεις όλων αυτών που θεωρούν τον εαυτό τους υπεύθυνο «να πάρουν θέση» και συγκρίνοντας τις με την ανακοίνωση της ομάδας που προχώρησαν στην επίθεση ενάντια στο ΑΤ Εξαρχείων, καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι οι μόνοι που πραγματικά λυπήθηκαν για τον τραυματισμό ατόμων από την επίθεση αυτή ήταν οι ίδιοι οι δράστες: «Ως πολιτικά υποκείμενα φέρουμε ακέραια την ευθύνη της πράξης μας και των τραγικών συνεπειών της για τον σοβαρά τραυματισμένο εργαζόμενο, όντας ριζικά και αξιακά αντίθετοι σε κάθε λογική παραπλεύρων απωλειών. Από καρδιάς ευχόμαστε ανάρρωση και στους τρεις τραυματίες και ευελπιστούμε στην κατανόηση, για τα κίνητρα αλλά και τα λάθη μας».

Οι άλλοι, αυτοί με το σηκωμένο δάχτυλο νοιάζονται αποκλειστικά και μόνο για τη μη διακοπή του ομφάλιου λώρου, μη διστάζοντας μάλιστα να χρησιμοποιήσουν και κατάπτυστα επιχειρήματα:
«Το τελευταίο χρονικό διάστημα, όμως, αναπτύσσονται πρακτικές που όσο κι αν οι φορείς τους τις ονομάζουν «αντισυστημικές» ή «αντικατασταλτικές», τελικά έχουν ως αποτέλεσμα τη διασπορά φόβου, το «κλείσιμο» του κόσμου στα σπίτια του, και δίνουν αφενός άλλοθι στους επίδοξους «υπερασπιστές της τάξης» να κάνουν τα Εξάρχεια κατεχόμενη γειτονιά από τις δυνάμεις καταστολής, αφετέρου πάτημα σε συντηρητικές απόψεις που επιδιώκουν να απαλλάξουν τη γειτονιά από όλα τα στοιχεία όμορφης ιδιαιτερότητας που τη χαρακτηρίζουν και για τα οποία η πλειονότητα των κατοίκων είναι περήφανη.» (επιτροπή πρωτοβουλίας κατοίκων Εξαρχείων, 21 Μαΐου 2011). Και στην αντιεξουσιαστική παραλλαγή λένε « Καταδικάζουμε απερίφραστα τις πράξεις όσων, όπως και σε αυτή την περίπτωση, έχουν επιδοθεί σε ένα γαϊτανάκι βίας στην περιοχή των Εξαρχείων, βίας που χάνει τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής αντι-βίας και στρέφεται κατά της ίδιας της κοινωνίας... Είναι προφανές ότι αυτή η κατάσταση γενικευμένου κοινωνικού κανιβαλισμού που καλλιεργείται εν μέσω κρίσης ενισχύει πάνω από όλα το ίδιο το κράτος. Του δίνει τη δυνατότητα να περάσει τον οδοστρωτήρα των αντικοινωνικών μέτρων, εντείνοντας την κρατική καταστολή.» (Αντιεξουσιαστική Κίνηση Αθήνας... και άλλες αντικατασταλτικές δυνάμεις). Χαρακτηρίσαμε τα επιχειρήματα αυτά κατάπτυστα, γιατί δεν ξεχνάμε ποτέ: και πριν πολλά χρόνια λέγανε ότι για τις εκτελέσεις-αντίποινα των γερμανών φταίγανε οι επιθέσεις των ανταρτών.

Έτσι η γλώσσα του Δεκέμβρη μιλιέται πια μόνο στις γιάφκες και τα κρατητήρια, σε κάποια ξεχασμένα από θεό και «χώρο» επαρχιακά στέκια... και από μερικούς ανόητους και αμετανόητους που δεν βλέπουν τα σημάδια των καιρών και επιμένουν ακόμη ότι «μόνο ψόφια ψάρια πάνε με το ρεύμα». Έξω από αυτά, πάλι, μιλάνε όλοι αψεγάδιαστα ελληνικά.

Επίλογος-προειδοποίηση

Η υλοποίηση μιας τέτοιας αντίληψης σε οδηγεί αυτομάτως στην απομόνωση από τις μάζες (για τους άλλους εφιάλτης, για μας τιμή μας μιας και παίρνουμε υπόψη μας την συμβουλή του Oscar Wilde «για να καθοδηγήσεις τις μάζες, πρέπει να ανακατευτείς με τον όχλο»), σε τοποθετεί ενάντια και απέναντι στο κοινωνικό σύνολο, σε κάνει ανθελληνικό και αντικοινωνικό στοιχείο εξ ορισμού. Το λέμε αυτό όχι για να το αντικρούσουμε αλλά για να το πιστοποιήσουμε και για να προειδοποιήσουμε: Mια τέτοια αντι-κοινωνική, αρνητική στάση, ούτε βραβεία, ούτε επαίνους ούτε κάτι το θετικό ή εποικοδομητικό έχει. Το μόνο θετικό της είναι η άρνηση της, το μόνο εποικοδομητικό της είναι η καταστροφή του υπάρχοντος.

Café Morgenland, 27.08.2011


[1] Ο τίτλος είναι μια «κλεμμένη» παραλλαγή του τίτλου ενός συνεδρίου Antifa στη γερμανία.

[2] Η συζήτηση σε αυτήν την εκδήλωση, απέδειξε, ότι η κριτική μας στην ελαρ/ελαν, ήταν πολύ πιο κάτω από την πραγματικότητα... από απειλές σε αλβανούς μετανάστες συνομιλητές τους , ότι θα τους επιτίθονταν αν… φορούσαν φανελάκι με αλβανική σημαία (σαν κάργα αντεθνικιστές), μέχρι την απειλή σε έλληνα εβραίο συνομιλητή τους (σαν κάργα αντίθρησκοι) ότι «και γιατί να βάλουμε (έξω από τα 10,000 απαλλοτριωμένα σπίτια των εβραίων της Θεσσαλονίκης στα οποία αυτός αναφέρθηκε) το αστέρι του Δαυίδ και να μη βάλουμε τη σβάστικα;», έως τη φράση-γρίφο "εμείς δεν σηκώνουμε εβραϊκές σημαίες" (τέτοιες σημαίες δεν υπάρχουν, τη φράση την ερμηνεύουμε σαν την ταύτιση που έχουν στον εγκέφαλό τους "πας εβραίος = ισραηλινός"). Και φυσικά, δεν έλειψαν τα πιστοποιητικά εθνικής διαγωγής όταν κριτικάραμε τον ντόπιο βόθρο "α ναι; στη γερμανία είναι καλύτερα δηλαδή;" ή "εγώ δεν θέλω να προσβάλω την ελλάδα" ή "αν όλα αυτά που λέτε εσείς είναι ρατσισμός, τότε ναι είμαι ελληνοαναρχικός, το προτιμώ!" και άλλα πατριωτικά εμβατήρια. Όλα αυτά, συνοδευόμενα με την απαρίθμηση των αγωνιστικών ενσήμων τους και τον αφορισμό μας (όπως κάνουν οι παπάδες) από την εκκλησία τους ("εσείς δεν μπορείτε να ανήκετε στον αναρχικό χώρο"), μας υποχρεώνουν να τους ευχαριστήσουμε εγκάρδια για την αχαλίνωτη ειλικρίνειά τους…  

[3] =Ελληνοαριστερά/ Eλληνοαναρχία

[4] Απαραίτητη υποσημείωση: Τα γεγονότα της εξόδου των μεταναστών από την νομική, οδήγησαν σε μια αντιπαράθεση σχετικά με την αγωνιστικότητα ή το ρεφορμισμό αυτής της απόφασης, πράγμα που δεν μας ενδιαφέρει. Το μόνο που μας ενδιαφέρει ειναι οι συνέπειες απο αυτό το γεγονός: Όταν ενα κτίριο, στην περίπτωση μας η «ιστορική» σχολή της νομικής, δεν είναι σε θέση, για οποιοδήποτε λόγο, να περιθάλψει 237 μετανάστες απεργούς πείνας, πρέπει να κατεδαφιστεί. Και όταν εχει γίνει αποδεκτό, οτι το πανεπιστημιακό άσυλο υπάρχει μόνο για να προστατεύει τα ελληνόπουλα όταν βρίσκονται στο ακαδημαϊκό στάδιο μόρφωσης τους, αλλά ποτέ 237 μετανάστες απεργούς πείνας, τότε η κατάργηση αυτού του ασύλου μας αφήνει απολύτως αδιάφορους.  

[5] Ο ομφάλιος λώρος χρησιμεύει σαν ένας ζωτικός σύνδεσμος μεταφοράς οξυγόνου και θρεπτικών συστατικών μεταξύ της μητέρας και του εμβρύου.

[6] Η αρμονική αυτή συμβίωση μεταξύ των χιλιάδων αγανακτισμένων στο σύνταγμα και των εθιμοτυπικών επιθέσεων και μαχαιρωμάτων των μεταναστών τρία τετράγωνα πιο πέρα, είναι τότε μόνο δυνατή, όταν το event του συντάγματος είναι κομμάτι του πογκρόμ ή το πογκρόμ είναι κομμάτι του event. Ειδάλλως, το ένα αποκλείει το άλλο.

 

 

 
Café Morgenland