Café Morgenland

Αναδημοσίευση

Οι σύντροφοι μας οι Κανίβαλοι


Είναι γνωστή πια αυτή η ατμόσφαιρα του πογκρόμ μέσα στην ελληνική κοινωνία. Όσοι μεγάλωσαν στη δεκαετία του ’00 πρέπει να αντιλήφθηκαν το πρώτο πογκρόμ ήδη το 2004, μαζικότερο και σε μεγαλύτερη κλίμακα της επικράτειας εκείνο, δυσκολότερο δε στην εκτέλεση αφού έπρεπε να ανιχνευθούν Αλβανοί μετανάστες – χειρουργική λεπτοδουλειά δηλαδή. Είκοσι μέρες πριν, στο πογκρόμ που εκτυλίχθηκε στο κέντρο της Αθήνας, είχαμε έναν παρόμοιο αέρα σε τρία τουλάχιστον γενικά χαρακτηριστικά της βίας. Το πρώτο ήταν
η βία του λόγου που απλωνόταν σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, είτε έμενες στο Ψυχικό, είτε στο Καστελόριζο, είτε στο κέντρο της Αθήνας: όλοι ασχολούνταν με τους «λαθρομετανάστες» και πόσο μεγάλο πρόβλημα αποτελούν. Το δεύτερο χαρακτηριστικό ήταν περισσότερο επικεντρωμένο στον τόπο του εγκλήματος, στο κέντρο της Αθήνας, όπου η κοινωνία ήταν χωρισμένη στα δυο – είτε ήσουν με τους «κανίβαλους» είτε όχι, ενδιάμεση θέση δε χωρούσε. Ο αδιάφορος περαστικός, μέχρι πρότινος, ήταν αυτός που σε κόρναρε τώρα επιδοκιμαστικά γιατί πίστευε πως – εφόσον είσαι λευκός στο δέρμα, με μαύρο κράνος και κόβεις βόλτες στο κέντρο – ήσουν δράστης μιας αιματοχυσίας εναντίον των ξένων. Άσχετα βέβαια που ήσουν εκεί για να κυνηγήσεις τους δράστες. Ο όχλος σε περνούσε για κομμάτι του.[1] Το τρίτο γενικό χαρακτηριστικό της βίας ήταν μια ‘μεσαιωνική ατμόσφαιρα’ που κυκλοφορούσε στην πόλη, σύμπτωμα ίσως του προηγούμενου χαρακτηριστικού. Το ‘μεσαιωνική’ δεν το αναφέρουμε λόγω κάποιας αυταπάτης μας πως αυτά γίνονταν στο ‘βάρβαρο Μεσαίωνα’ και όχι πια στη νεωτερικότητα, αλλά με εγνωσμένη τη μηδαμινή απόσταση πως ο προχωρημένος πολιτισμός μας όσο πιο ανεπτυγμένος είναι, τόσο καλύτερα και πιο οργανωμένα διαπράττει τα εγκλήματά του.

Είκοσι μέρες πριν, λοιπόν, ένα τρομακτικό ανθρωποκυνηγητό ξέσπασε στο κέντρο της Αθήνας με δολοφονικές ρατσιστικές επιθέσεις οι οποίες ακόμα και σήμερα δεν έχουν κοπάσει καθώς καθημερινά νοσηλεύονται μετανάστες στα νοσοκομεία της Αθήνας. Όχλος αποτελούμενος από έλληνες κατοίκους μαζί με οργανωμένες φασιστικές ομάδες επιτίθενται από κοινού εναντίον μεταναστών κι ένας μετριοπαθής πρώτος απολογισμός μιλάει για εκατοντάδες επιθέσεις, με 100 και πλέον τραυματίες μετανάστες σε νοσοκομεία, από τους οποίους τουλάχιστον οι 12 μαχαιρωμένοι από τις 12 Μαΐου, και μία τουλάχιστον επιβεβαιωμένη δολοφονία από μαχαίρωμα ενός μετανάστη από το Μπαγκλαντές, του Αλίμ Αμπντούλ Μάναν, 21 ετών. Η γιορτή του όχλου, εξάλλου, δεν τελείωσε, συνεχίζεται μέχρι τις μέρες που γράφεται αυτό το κείμενο – και υπάρχουν πληροφορίες για ακόμη δύο νεκρούς.

Εισβολές σε σπίτια, κρύψιμο οικογενειών σε άλλα σπίτια και καταστήματα κατά την ώρα της επιδρομής για να γλιτώσουν την μήνιν αυτών που κουβαλούσαν ελληνικές σημαίες σαν όπλα, μετανάστες επιβάτες λεωφορείων που αναγκάζονται καθημερινά διά της βίας να κατέβουν από τα λεωφορεία και να ξυλοκοπηθούν στην οδό Ηπείρου, μετανάστες καταστηματάρχες δέχονται επιθέσεις με αναισθητικά
spray και λοστούς αφού ληστευθούν και ισοπεδωθούν τα μαγαζιά τους και άλλα τέτοια συμβαίνουν κυρίως στα πλαίσια των οικοδομικών τετραγώνων μεταξύ των πλατειών Ομόνοιας και Βικτώρια, μεταξύ των οδών Πατησίων και Αχαρνών. Γράφουμε, βέβαια, μόνο για ελάχιστα περιστατικά από αυτά που πραγματικά συνέβησαν μιας και τα περισσότερα δεν έφτασαν ποτέ στα media
(με σαφή επιλογή της ελληνικής αστυνομίας και του ελληνικού κράτους).

Αυτά που, αντιθέτως, έφταναν στα
media εδώ και χρόνια ήταν συνήθως τα ανοιχτά καλέσματα για πογκρόμ, είτε από πρώην αριστερές διανοούμενες με τη μορφή κοινωνικής ανησυχίας (βλέπε ‘Ανοιχτή Κοινωνία μέχρι ποιο σημείο;’ Σώτη Τριανταφύλλου, Athens Voice,16/02/2011) είτε από τον κυριλέ ελληνικό Τύπο με τη μορφή άρθρων αγανάκτησης (βλέπε ‘Bungalows για παράνομους μετανάστες στον Έβρο’, TO BHMA
, 12/04/2011)[2]. Όλα αυτά μπορεί να τα καταλάβει κανείς/καμιά εκ των υστέρων ως τα μικρά μόνο λιθαράκια, στο πλαίσιο πάντα της ελευθερίας γνώμης και έκφρασης, προς την οικοδόμηση της παγιωμένης αντίληψης πως ‘φερόμαστε υπερβολικά καλά στους παράνομους (μουσουλμάνους) μετανάστες της χώρας μας’ ή, αλλιώς, αυτό που ο ακροδεξιός διατυπώνει πιο χυδαία λέγοντας πως οι ‘πακιστανοί στην ελλάδα έχουν περισσότερα δικαιώματα από τους έλληνες.’

Μέσα σε αυτό το εθνικό κλίμα δεν προκαλεί έκπληξη βέβαια ότι ελάχιστοι, κυρίως αναρχικοί, αντέδρασαν σε αυτό το πογκρόμ κι όσοι το έκαναν, το έκαναν σε ατομικό ή μικρο-συλλογικό επίπεδο στέλνοντας μερικές δεκάδες φασίστες στα σπίτια τους ή στα νοσοκομεία. Η απόλυτη πλειοψηφία των ελλήνων, ωστόσο, ήταν πολύ απασχολημένη με το ΔΝΤ τους, με την κρατική καταστολή, με τον στρος καν, με το φουκουσίμα, τους ‘αγανακτισμένους’ κτλ για να μπορέσει να βρει χρόνο να ασχοληθεί με το έγκλημα που συνέβαινε στην αυλή της: δεν είχαν ώρα αλλά προπάντων δεν είχαν και όρεξη να ασχοληθούν με το καθάρισμα του κέντρου από «κανίβαλους» μετανάστες που σκοτώνουν έλληνες οικογενειάρχες.

Εξάλλου … ‘το πρόβλημα στο κέντρο είναι μεγάλο’, ‘οι μετανάστες είναι πολλοί’, τουλάχιστον ‘πιο πολλοί από ότι μπορεί να αντέξει’ να υπερασπιστεί η ελληνική αριστερά και αναρχία, ‘το πράγμα ξεφεύγει’ από τα φολκλόρ τραγούδια των αντιρατσιστικών φεστιβάλ και, τέλος, για ορισμένους και ορισμένες η πλατεία βικτωρίας παραείναι μακριά από το πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια, δηλαδή τους παραδεισένιους τόπους οικοδόμησης της κοινωνικής και μη-βίαιης αναρχίας.

Ζούμε τη συνέχεια μιας εποχής όπου ιστορικά γεγονότα περνιούνται για λεπτομέρεια μιας ρουτινιάρικης συζήτησης. Τα γεγονότα του πογκρόμ που άρχισε να ξεσπά την Τετάρτη της 11ης Μάη, θεωρούμενα ως ασήμαντα, πήγαν να σβηστούν εξαρχής. Ενδεικτικά, η ανακοίνωση της κατάληψης της πρυτανείας από κάποιους αναρχικούς η οποία είχε γίνει το βράδυ της 11ης Μάη για τον βαρύ τραυματισμό ενός διαδηλωτή σε πορεία την προηγούμενη μέρα, καταδίκαζε την επίθεση μπάτσων και ‘παρακρατικών’ σε … αναρχικές καταλήψεις αλλά πουθενά σε αυτή την ανακοίνωση δεν έβρισκε κανείς τη λέξη ‘μετανάστες’ παρά το ότι η Γ’ Σεπτεμβρίου είχε ήδη εκείνη τη μέρα ανακηρυχθεί σε … απελευθερωμένη ελληνική ζώνη.

Αυτή η ανακοίνωση δεν ήταν ‘μεμονωμένο περιστατικό’ της συνένοχης αδιαφορίας τους: σε στέκια και καταλήψεις, μετά το άκουσμα της δολοφονίας του 44χρονου στο κέντρο της Αθήνας η ετυμηγορία είχε ήδη ληφθεί. ‘Μετανάστες οι δράστες’, όπως εξάλλου από την πρώτη στιγμή διατυμπάνιζαν ΜΜΕ, αστυνομία και όχλος (κι εμείς μέχρι σήμερα νομίζαμε ότι αυτοί ήταν οι εχθροί των αναρχικών!) και το γεγονός αποδιδόταν έντεχνα σε φαινόμενα ‘κοινωνικού κανιβαλισμού’ τα οποία γίνονταν παραδεκτά από όλους και οφείλονταν βέβαια ... στους πολλούς … μετανάστες που υπάρχουν στο κέντρο της Αθήνας τους οποίους φυσικά έχουν στοιβάξει εκεί οι… ‘ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι των κρατών αλλά και η πολιτική φτώχιας και εξαθλίωσης του κράτους και του ΔΝΤ’. Μάλιστα η ετυμηγορία αυτή, περισσότερο ή λιγότερο επεξεργασμένη, έπρεπε να διαδοθεί άμεσα έτσι ώστε η αναρχία και η αριστερά, οι οποίες αισθάνονταν για κάποιο λόγο υπόλογες απέναντι στον ελληνικό λαό τους, να καθαρίσουν το όνομα τους απέναντι στους «φοβισμένους» αλλά και καυλωμένους για αίμα μεταναστών έλληνες κατοίκους.

Δυστυχώς για αυτές τις αυθόρμητες κινηματικές αντιδράσεις εκείνες τις μέρες και νύχτες, το να πεις ότι ήταν ρατσιστικές θα ήταν το λιγότερο. Το περισσότερο είναι ότι όπως πάντα στην ελλάδα, αυτές οι αντιδράσεις για άλλη μια φορά διατυπώνονταν χωρίς καμία τύψη και κανέναν ενδοιασμό, ενώ αποτελούσαν για άλλη κατά βάση κομμάτι μιας εθνικής συνεννόησης. Οι αντιδράσεις αυτές, συνοδευμένες από την ανυπαρξία άλλων αντιδράσεων (π.χ. τις πρώτες 17 μέρες μετά το πογκρόμ κι ενώ οι επιθέσεις συνεχίζονται ακόμη δεν είχε καλεστεί κάποια διαδήλωση!), πλέον γράφονται στο ίδιο κιτάπι ιστορίας με άλλες βρωμοιστορίες αυτού του κράτους κι αυτού του λαού.


Αίμα (Επέτειος ενός ακόμα ελληνικού πογκρόμ 120 χρόνια πριν)

Ο χριστιανικός πολιτισμός, κομμάτι του οποίου αναπτύχθηκε επί μακρόν στην ‘πολιτισμένη κοιτίδα της δημοκρατίας’ με το όνομα ελλάδα, είχε πάντα μια στρωτή αντίληψη για το αίμα. Το αίμα και οι δολοφονίες κατά κανόνα καταδικάζονταν, εκτός αν αυτό το αίμα κι αυτές οι δολοφονίες λειτουργούσαν εξαγνιστικά, δηλαδή απέρρεαν από πράξεις που θα κατευθύνονταν ενάντια σε αδάμαστους αλλόπιστους και ξένους που δεν καλουπώνονταν με βάση κάποια ενάρετα κριτήρια στο χριστιανικό
status quo. Ο χριστιανισμός, έτσι, είναι συνδεδεμένος από τη μεσαιωνική εποχή με μια αποστροφή προς το αίμα αλλά μονάχα όταν αυτό είναι αίμα χριστιανών. Κατά τα άλλα, μπορούμε να πούμε ότι είναι η θρησκεία με τις μαζικότερες, και πιο απλωμένες στους χάρτες του πλανήτη, δολοφονίες στην ιστορία. Ένα από τα σημαντικότερα κριτήρια υπέρβασης αυτής της αντίφασης – όσο ο δυτικός πολιτισμός αγκάλιαζε τον Διαφωτισμό – ήταν ο πνευματικός και διανοητικός εξορθολογισμός της αιματοχυσίας. Κι ένα από τα μεγαλύτερα όπλα σε αυτή τη διαδικασία υπερβάσεων δεν ήταν άλλο από τις συκοφαντίες αίματος εναντίον των εβραίων, οι γνωστοί ‘λίβελοι αίματος’ (blood libels) που χρησιμοποιούνταν στρατηγικά από τους τότε όχλους για να καταλήξουν στα πρώιμα αντι-εβραϊκά ανθρωποκυνηγητά.

Οι λίβελοι ή συκοφαντίες αίματος περιείχαν μια κεντρική αφήγηση με βάση την οποία οι εβραίοι έσφαζαν παιδιά χριστιανών πριν το εβραϊκό Πάσχα ώστε να πιουν μετέπειτα το αίμα τους στις τελετές αυτής της γιορτής. Οι λίβελοι ξεκίνησαν από την εποχή της έντασης μεταξύ ελληνισμού και ιουδαϊσμού και στο 2ο αιώνα ήδη πατέρες της ιουδαϊκής εκκλησίας παραπονιόνταν πως «Μας παρουσιάζουν σαν τους μεγαλύτερους εγκληματίες». Κατά τον πρώιμο μεσαίωνα (11ο και 12ο αιώνα), ενώ ο χριστιανισμός εξαπλωνόταν στη δυτική ευρώπη, επενδύοντας όλο και περισσότερο στο συναίσθημα και την εικονοποίηση-φαντασίωση των απο-ανθρωποποιημένων εχθρών του, ο λόγος των συκοφαντιών αίματος συστηματοποιήθηκε. Όλες οι συκοφαντίες αίματος ακολουθούνταν από μικρότερα ή μεγαλύτερα πογκρόμ του όχλου και σφαγές του εκάστοτε τοπικού στρατού. Ενώ κορυφωνόταν η ανοδική πορεία του πολιτισμού, τα μέσα για το πογκρόμ άλλαξαν αλλά όχι το περιεχόμενο. Οι λίβελοι αίματος εξακολούθησαν να υπάρχουν και στη Ρωσία άρχισαν να γίνονται δικαστήρια τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα με κατηγορούμενους εβραίους για υποτιθέμενες σφαγές χριστιανόπουλων. Πριν πάρουν τη σκυτάλη οι ναζί, τη δεκαετία του ’30, το ζήτημα είχε κάνει την απαραίτητη τουρ από τα μέρη της ελλάδας… Για παράδειγμα, στις 2 Απριλίου 1891 ξεκίνησε το σημαντικότερο αντισημιτικό πογκρόμ στην ιστορία του ελληνικού λαού και κράτους. Κοντά στη συναγωγή της εβραϊκής συνοικίας της Κέρκυρας βρέθηκε μέσα σε ένα σάκο το πτώμα της Ρουβίνα Σάρδα, ενός κοριτσιού εβραϊκής καταγωγής. Το φρικτό νέο γρήγορα διαδόθηκε στο νησί και η χριστιανική κοινότητα έβγαλε τη φήμη πως το κορίτσι ήταν χριστιανόπουλο κι ότι είχε σφαχτεί για τις ανάγκες του εβραϊκού Πάσχα. Όταν, λοιπόν, το νεκρό κορίτσι θάφτηκε, όπως έπρεπε, σε εβραϊκό κοιμητήριο εμφανίστηκαν σε εφημερίδες λαϊκοί στίχοι όπως οι παρακάτω:


«Δεν είναι κρίμα κι άδικο
δεν είναι κι αμαρτία
σε κοιμητήριο οβρέϊκο
να κείτεται η Μαρία;»

και η ταφή, επακόλουθα, λειτούργησε σα σπίθα για το εκτεταμένο αντισημιτικό πογκρόμ που ξεκίνησε και διήρκεσε για 3,5 περίπου μήνες.

«Πλήθος Κερκυραίων συγκεντρώθηκε σε κατάσταση υστερίας και με φανατισμό και ανεξέλεγκτο πάθος επετέθηκε εναντίον της εβραϊκής κοινότητας, προκαλώντας τραυματισμούς, θανάτους και καταστροφές σε εβραϊκές περιουσίες. Ποτέ δεν μαθεύτηκε ο ακριβής αριθμός των νεκρών, άλλοι αναφέρουν 17, άλλοι 22,  ξένα τηλεγραφήματα τους ανεβάσαν στους πενήντα. Οι τραυματίες ήταν αρκετές δεκάδες. Οι αρχές επέβαλαν συσκότιση στις περί τα γεγονότα ειδήσεις, καθώς επιβλήθηκε τηλεγραφική και ταχυδρομική λογοκρισία, στην προσπάθεια να διαφυλαχθεί το κύρος του κράτους. Η καταγγελλόμενη ολιγωρία και ανικανότητα της αστυνομίας να ανακαλύψει τους ενόχους και η μετριοπαθής στάση των κυβερνητικών αρχών στην καταστολή των ταραχών και τη σύλληψη των πρωτεργατών των επεισοδίων παρέτειναν την εκρηκτική κατάσταση στην πόλη για αρκετές εβδομάδες, περιορίζοντας τους εβραίους στο γκέτο τους για λόγους ασφαλείας.

Στρατιωτικές δυνάμεις απέκλεισαν την Εβραϊκή συνοικία για περισσότερο από ένα μήνα, και μάλιστα τόσο αποτελεσματικά, ώστε λιμός έπληξε τους αποκλεισμένους. Αν και ο αποκλεισμός αποφασίστηκε για την προστασία της ζωής των Εβραίων, το γεγονός έδινε την εικόνα εμπόλεμης κατάστασης, ταυτόχρονα όμως θεωρήθηκε από το άμορφο πλήθος ότι το επίσημο κράτος μεροληπτούσε υπέρ των Εβραίων και φανατίστηκε περισσότερο. Για τον εφοδιασμό τους λειτούργησε ένα είδος μαύρης αγοράς που, φυσικά, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τις περιστάσεις. Οι Εβραίοι δεν τολμούσαν να ξεμυτήσουν και οι Κερκυραίοι τους απόκλεισαν από τα καταστήματά τους και δεν δέχονταν καμία επαφή μαζί τους. Τα δε όργανα της τάξης εκτός του ότι ήταν ανίκανα να επιβληθούν στο πλήθος, δεν το επιδίωκαν κιόλας, αλλά υποβοηθούσαν με τρόπο τους ταραξίες. […] Στο τέλος Απριλίου μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα μονάδες πυροβολικού και ισχυρή ναυτική μοίρα. […] Οι διπλωματικές πιέσεις προς την ελληνική κυβέρνηση πήραν μορφή τελεσιγράφου από τις αρχές Μαΐου. Στο τέλος του πρώτου δεκαημέρου του ίδιου μήνα, αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά και αυστριακά πολεμικά πλοία εστάλησαν στην Κέρκυρα, ενώ εξετάστηκε πολύ σοβαρά η απόβαση αγημάτων.[…]

Η ηρεμία αποκαταστάθηκε μόλις μετά τις δημοτικές εκλογές του Ιουλίου, και αφού οι ακμάζουσες εβραϊκές κοινότητες Κέρκυρας και Ζακύνθου έχασαν το μεγαλύτερο και το δυναμικότερο μέρος του πληθυσμού τους. Από τους 5.000 εβραίους κατοίκους της Κέρκυρας, οι μισοί περίπου εγκατέλειψαν το νησί, μεταναστεύοντας στην Αίγυπτο, Ιταλία, Γαλλία και Αγγλία
[3]

Είχαμε πει και παλιότερα ότι μελετώντας τον αντισημιτισμό – το πιο πετυχημένο εξοντωτικό πάθος που αναπτύχθηκε ποτέ στην Ευρώπη – μπορεί καμιά/κανείς να πάρει μαθήματα για τη λειτουργία του ρατσισμού και – αν και αναλύοντας διαφορετικά μεγέθη – μπορεί να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα για την κληρονομιά που έχει αφήσει ο αντισημιτισμός στον τόπο του.

Τα χρήσιμα συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε είναι καταρχήν μεθοδολογικά: για το ποια εργαλεία χρησιμοποιεί καμιά/κανείς για να μιλήσει για το ρατσισμό. Αν καταλαβαίνει κανείς/καμιά πως λειτουργεί ο ρατσισμός – δηλαδή μη ορθολογικά, σαν πάθος και ανάγκη εκτόνωσης – καταλαβαίνει, επίσης, πως δεν χρειάζεται να τον αντιμετωπίσει με επιχειρήματα, διαλέξεις και ψαγμένα άρθρα σε έγκυρες εφημερίδες (αλλά ούτε και με διακηρύξεις περί ταξικής πάλης). Αρκεί και μόνον να τον σταματήσεις την ώρα που συμβαίνει. Ακούμε συχνά σαν κριτική ότι αυτός ο αντιρατσισμός μας πηγάζει από μια μεταφυσική βάση, αν δεν ερείδεται π.χ. στα συγκεκριμένα υλικά συμφέροντα που μας συνέχουν με τους προλετάριους-θύματα του ρατσισμού κτλ κτλ. Αυτό που λέμε ήδη εδώ, όμως, δείχνει πως
μάλλον ο ρατσισμός πηγάζει από μια μεταφυσική βάση. Το άλλο και πιο κρίσιμο που λέμε εδώ είναι ότι όταν κανείς/καμιά αποδέχεται το γενικό πλαίσιο συζήτησης του ρατσισμού (πχ το να κρίνει ποιον συμφέρει τι σε σχέση με τους μετανάστες), τότε παραβλέπει το μεταφυσικό του πλαίσιο, συναινώντας στη συζήτηση του ορθολογικού του ξεδιπλώματος. Αλλά ας τα πάρουμε ένα-ένα.


Υλικό για Πογκρόμ 1: Συκοφαντίες Αίματος


Πρωταρχικό υλικό για πογκρόμ σήμερα αποτελούν οι φήμες αίματος που έχουν εξαπλωθεί στην ελλάδα τα τελευταία τέσσερα χρόνια με στόχο την απο-ανθρωποποίηση μεταναστών, κυρίως μουσουλμανικής καταγωγής, στα αστικά κέντρα της ελληνικής επικράτειας. Οι φήμες αυτές ενισχύουν σιγά-σιγά την οικοδόμηση ενός ήδη αρνητικού μοντέλου για όλους τους μετανάστες παρουσιάζοντας τους σαν ‘βάρβαρους’, ‘απολίτιστους’, ‘κανίβαλους’, ‘τέρατα’, ‘κτήνη’ κι άλλα τέτοια. Το πλαίσιο απο-ανθρωποποίησης είναι πάνω-κάτω παρόμοιο.

Τι είναι αυτές οι φήμες τώρα; Πρόκειται για λαϊκούς μύθους που μια ωραία πρωία εμφανίζονται σε μια περιοχή και, ανάλογα με το πετυχημένο ή μη της διάδοσής τους, εξαπλώνονται ή όχι, ακολουθούνται από πρακτικά ‘αντίποινα’ ή όχι. Ένα μήνα πριν το πογκρόμ στην Αθήνα κυκλοφορούσε η φήμη πως μία γυναίκα έπεσε θύμα βιασμού από δύο νιγηριανούς στο λόφο του Στρέφη. Κάτι αντίστοιχο κυκλοφορούσε για την πλατεία Αμερικής. Οι ιστορίες αυτές από παρέα σε παρέα άλλαζαν την καταγωγή των δραστών και εξαπλώθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μια ακόμα ιστορία που άφησε τα αποτυπώματά της στο ίντερνετ (για μια εβδομάδα περίπου) ξεκίνησε στην Κρήτη και αναδημοσιεύθηκε σε αρκετά ιστολόγια, πήγαινε κάπως έτσι:

«
Εικοσιεξάχρονη καθώς διέσχιζε με το αυτοκίνητο της το δρόμο του Φόδελε,                      ερχόμενη στο Ηράκλειο, συνάντησε στο δρόμο μια γριούλα καλόγρια, η οποία έκανε οτοστόπ. Δίχως να το σκεφτεί η κοπέλα σταμάτησε και πήρε την γριούλα μαζί της. Καθώς η κοπέλα οδηγούσε συνειδητοποίησε ότι το άτομο που έχει δίπλα της μόνο γριούλα δεν ήταν! (ήταν πάρα πολύ γυμνασμένη για γριούλα και φάνηκε πίσω από το τσεμπέρι ότι ήταν άντρας).

Κοιτάζοντας τον καθρέπτη καταλαβαίνει ότι ένα τζιπ την ακολουθεί εξ αρχής. Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της πατάει επίτηδες απότομα το γκάζι και χτυπάει το μπροστινό αυτοκίνητο. Κατεβαίνει, ζητά συγνώμη από τον οδηγό του οχήματος και επιμένει να καλέσουν την αστυνομία για να καταγράψει το συμβάν. Στο άκουσμα της λέξης αστυνομία η γιαγιά ψελλίζοντας κάτι ακατανόητο σε ξένη γλώσσα μπαίνει στο τζιπ και εξαφανίζεται.

Όταν ήρθε η αστυνομία η κοπέλα τους είπε όλα όσα έγιναν και οι αστυνομικοί άρχισαν τις έρευνες. Το τζιπ βρέθηκε λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα εγκαταλελειμμένο. Όταν οι αστυνομικοί άρχισαν να το ψάχνουν και άνοιξαν τον χώρο αποσκευών έμειναν άφωνοι. Τρία ψυγειάκια γεμάτα πάγο, νυστέρια και αναισθητικά, αφήνουν μεγάλα ερωτηματικά για τις προθέσεις των κακοποιών…
»

Η παραπάνω ‘αλά-σύγχρονη-κοκκινοσκουφίτσα’ αφήγηση ξεκίνησε στις 24 Απριλίου, δηλαδή την ημέρα του χριστιανικού πάσχα, από άρθρο του Σταύρου Καρεφυλλάκη, επικεφαλής του πυρήνα χρυσής αυγής Χανίων με τίτλο «Το ωτοστόπ του τρόμου» (και αναδημοσιεύθηκε φυσικά στην κεντρική σελίδα της χρυσής αυγής). Το στοιχείο με τα νυστέρια, δε, αποτελεί υπενθύμιση μιας πιθανότητας αιματηρής εξέλιξης. Ακόμα μία αντίστοιχη «είδηση» εξαπλώθηκε στα Γιάννινα και την Ηγουμενίτσα την εβδομάδα πριν το χριστιανικό πάσχα. Εκεί, μάλιστα, χύθηκε αίμα. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση:

«Ζευγάρι που είχε καθίσει σε παγκάκι στον παραλίμνιο, στη θέση 12, δέχθηκε την σεξουαλική παρενόχληση απο 10 λαθρομετανάστες .Το ζευγάρι βιάστηκε απο τους  παράνομους μετανάστες και σύμφωνα με τα όσα ακούγονται η κοπέλα νοσηλεύεται  στο Γενκό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων με αιμορραγία απο διάτρηση μήτρας.»

Η είδηση δημοσιεύθηκε σε γνωστό ενημερωτικό ιστολόγιο της Ηπείρου και έτσι έλαβε ακόμη μεγαλύτερη δημοσιότητα. Η δημοσίευση του, όμως, εκεί κινητοποίησε τοπικό εισαγγελέα ο οποίος διέταξε έρευνα και η έρευνα διέψευσε τη φήμη. Παρόμοια ιστορία διαδόθηκε στις 20 Μάη 2011 στην Πάτρα. Σύμφωνα με την αφήγηση ομάδα αλλοδαπών αποπειράθηκε να βιάσει νεαρή έξω από εκκλησία με αποτέλεσμα να υποστεί ‘αφωνία’ λόγω του σοκ. Στις 30 Μάη, δέκα μέρες μετά, η καταγγελία διαψεύστηκε.
[4]

Οι μύθοι για αποτρόπαια εγκλήματα προδίδουν το σκέπτεσθαι των συκοφαντών: εγκλήματα που έχουν ως θύματα γυναίκες, παιδιά και συχνά ζώα, π.χ. σκύλους (!), δηλαδή ‘όλους τους αδύναμους που έχουν ανάγκη την κοινωνική προστασία’, στοχεύουν στη διέγερση και την αγανάκτηση του λαϊκού αισθήματος. Ο κάθε μύθος, βέβαια, έχει διαφορετικό βάρος και λειτουργία. Η αφήγηση περί χειρουργικής επέμβασης αποτελεί απευθείας μεταφορά της αντι-εβραϊκής συκοφαντίας αίματος (ο καθένας έχει τις αγάπες του, π.χ. ο Καρεφυλλάκης ως ανοιχτά αντισημίτης εθνικοσοσιαλιστής γνωρίζει να χειρίζεται την τέχνη ύφανσης αυτών των ψεμάτων) ενώ η άλλη αφήγηση, περί βιασμού ενός ζευγαριού ελληνικής καταγωγής, αντλεί με τη σειρά της από την ταύτιση της ελληνικής οικογένειας με τον βαλλόμενο πυρήνα του έθνους από τους … λαθρομετανάστες. Διάτρητη και αιμορραγούσα όπως παρουσιάζεται η μήτρα του ενός θύματος στο παραπάνω μύθευμα από τα Γιάννινα, αποτελεί μια εύκολα αναγνωρίσιμη μεταφορά για το σώμα της ελλάδας, άμεσα απειλούμενο όπως υποτίθεται είναι από τους «αλλοδαπούς μετανάστες-εισβολείς».

Οι αφηγήσεις περί απειλής εις βάρος των ζώων της χώρας, από την άλλη, έκαναν μεγάλη περιοδεία εδώ και τρία-τέσσερα χρόνια με τοπικά πεδία διάδοσης κυρίως την Πάτρα, την Καλαμάτα, τη Σπάρτη και άλλες περιοχές της Πελοποννήσου, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της όξυνσης της αντιπαράθεσης για το ζήτημα του καταυλισμού των μεταναστών στο λιμάνι της Πάτρας. Το στόρι τότε ήταν πως κυρίως οι «Αφγανοί μετανάστες» στην Πάτρα έτρωγαν σκύλους τα βράδια για μπάρμπεκιου. Οι ιστορίες πολλές και έφτασαν να παίξουν μέχρι και στα τηλεοπτικά κανάλια της Πάτρας ευαισθητοποιώντας τους Πατρινούς ρατσιστές με πρόσχημα το πόσο ‘απολίτιστοι’ είναι αυτοί οι μετανάστες αλλά και το πόσο ‘φιλόζωοι’ είναι αυτοί οι Πατρινοί. Όπως έχουμε δείξει και παλιότερα σε άλλα κείμενα μας η οικολογία (‘φιλοζωία’ και άλλα τέτοια σικ αισθήματα της καλής ελληνικής κοινωνίας) είναι ένα από τα κλασικά πασπαρτού του εθνικοσοσιαλιστικού λόγου.

Η κατηγοριοποίηση των μύθων αυτών αλλά και η ανάλυση των κλασικών αφηγηματικών τους σκελετών (π.χ. θύματα οι γυναίκες, τα παιδιά, τα ζώα) προδίδουν το φασιστικό σκέπτεσθαι, όμως, και σε ένα άλλο επίπεδο. Αυτοί που συνήθως απουσιάζουν από την κατηγορία των θυμάτων είναι οι ηγεμονικές αρρενωπότητες που αποτελούν οι ίδιοι οι φασίστες, δηλαδή το κατεξοχήν έμψυχο υλικό των «λεγεώνων του έθνους». Αντίστοιχα, ένας δεύτερος λόγος που στο ρόλο του θύματος βρίσκονται συνήθως γυναίκες-παιδιά-ζώα (τα μη πρόσωπα) είναι φανταζόμαστε το γεγονός ότι ο φασίστας εργαλειοποιεί όλα αυτά τα μη-πρόσωπα στη βάση της λύπησης τους ακριβώς επειδή ο ίδιος πιστεύει ότι μπορεί να τα εξουσιάσει εύκολα κι απρόσωπα.

Αξίζει να σημειώσουμε, σαν κατακλείδα, ότι και οι παραπάνω μύθοι που αναφέρουμε διαδόθηκαν σε πόλεις όπου έχουν αναπτυχθεί τρεις κοινότητες μεταναστών που έχουν απασχολήσει τα ελληνικά
media τα τελευταία χρόνια – δηλαδή η κοινότητα του καταυλισμού της Πάτρας, αυτή του καταυλισμού της Ηγουμενίτσας κι αυτή τέλος των 300 μεταναστών, πρώην απεργών πείνας, από τα Χανιά. Όλες, επιπλέον, οι παραπάνω συκοφαντίες αναπτύχθηκαν κυρίως τις μέρες του χριστιανικού πάσχα, κάτι που αποκαλύπτει πως η συγκεκριμένη μέθοδος στοχοποίησης αποτελεί πάγια στρατηγική του ελληνικού νεοναζιστικού χώρου (ο οποίος μάλιστα αποδεικνύεται και ιδιαίτερα χριστιανικός στις πηγές έμπνευσης του).


Υλικό για Πογκρόμ 2: η Επιτροπή Καθικιών


Τα όρια μιας φήμης και του επακόλουθου βρασμού του μίσους φαίνεται να μην μπορεί να ξεπεράσει η ακόμη μικρή δυνατότητα για πλατιά διάδοση τέτοιων πρακτικών και λόγων στο ίντερνετ (πότε θα εκσυγχρονιστούμε επιτέλους σα χώρα;) κι αυτό το κενό φαίνεται να καλύπτουν μεταξύ άλλων μέχρι σήμερα οι επιτροπές κατοίκων ή ‘καθικιών’, όπως μας αρέσει να τις λέμε. Καθάρματα από όλη τη γειτονιά ή την πόλη, διαχειριστές πολυκατοικιών, οι χουντοπαππούδες του τρίτου ορόφου, νοικοκυρές σε απόγνωση αλλά και τρέντι ή κάγκουρες νεολαίοι, επιτέλους, βρίσκουν ένα φόρουμ για να ξεδίνουν σε σχέση με το «πρόβλημα με τους πολλούς μετανάστες» όπως ονομάζεται κοινώς σήμερα, μετά σεμνοτυφίας και ευπρέπειας, η συζήτηση περί της δολοφονίας ξένων.

Στις επιτροπές κατοίκων που στήνονται σήμερα στο κέντρο της Αθήνας, ιδιαίτερα στο 6ο διαμέρισμα βλέπουμε μια πρωτότυπη για τα ελληνικά δεδομένα μορφή αυτοοργάνωσης του ελληνικού λαού κατά την οποία χτίζεται αργά αλλά σταθερά ο ελληνικής κοπής εθνικοσοσιαλισμός. Φήμες και ψέματα διανθίζουν βέβαια το λεκτικό οπλοστάσιο των νοικοκυραίων αλλά αυτό ποσώς ενδιαφέρει κάποιον. Εξάλλου, όπως είπαμε, ο πυρήνας του ρατσισμού είναι ούτως ή άλλως
μεταφυσικός. Ο ψευδής ισχυρισμός δεν είναι ένας ισχυρισμός που με τους όρους του προτύπου της αστικής συζήτησης γυρεύει να εγκαθιδρυθεί μέχρι τη διάψευσή του. Αντιθέτως, είναι ένας εργαλειακός ισχυρισμός που γυρεύει να εξορθολογικοποιήσει το γιατί
αυτή η μαλακισμένη ελληνίδα γιαγιά φωνάζει και ωρύεται γιατί η σομαλική κοινότητα δεν έχει γίνει ακόμα στάχτες.

Τοπικοί σταρ των επιτροπών κατοίκων είναι συνήθως καθημερινοί άνθρωποι, με ένα δράμι παραπανίσια πονηριά και αποφασιστικότητα. Έτσι, ένας τύπος
[5] που σήμερα αποτελεί δραστήριο μέλος της επιτροπής κατοίκων πλατείας Βικτώριας κι ο οποίος παρουσιάζεται στα κανάλια σαν αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας Καντάρη, δεν εμποδίζεται από κάτι ώστε, δύο χρόνια πριν, μόλις το 2009, να παρουσιάζεται πάλι στα ίδια κανάλια (τον Αντένα κατά προτίμηση), ως κάτοικος της επιτροπής Αγίου Παντελεήμονα και αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του ηθοποιού Νίκου Σεργιανόπουλου. Και τότε όπως και τώρα η ατυχία της ύπαρξής του τον οδήγησε στο να δει τα πρόσωπα των δολοφόνων στη δολοφονία του 2009 αλλά και στη δολοφονία του 2011. Μάλιστα, ως τέτοιος αξιόπιστος μάρτυρας που είναι, κλήθηκε από την αστυνομία για να αναγνωρίσει τους εκάστοτε δράστες και κατόπιν κατέθεσε στα δικαστήρια (πρόκειται για το γνωστό σύστημα με τον κωδικό ‘Μαρφίν’ που εφαρμόζουν οι αξιωματικοί της ασφάλειας Αττικής προκειμένου να βρίσκουν μάρτυρες κατηγορίας ανάμεσα σε πρόθυμους ακροδεξιούς). Αν διαβάσατε λοιπόν όλο το πιο πάνω στόρι γύρω από όσα είπαμε για το πογκρόμ της Κέρκυρας το 1891 (δηλαδή για τη στάση όχλου και αστυνομίας), θα καταλάβατε ήδη ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά, 120 χρόνια μετά στο … ελληνικό βασίλειο.


Υλικό για Πογκρόμ 3: η αποδοχή του πλαισίου συζήτησης

Είδαμε ως εδώ βασικούς σταθμούς του κυνηγιού ξένων: τη σύγχρονη συκοφαντία αίματος και την επιτροπή καθικιών. Για να συμπληρωθεί το παζλ πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι λείπει κάτι: τα θύματα του πογκρόμ πρέπει να είναι παντελώς μόνα τους και αν είναι να αμυνθούν, πρέπει να στηριχθούν ολότελα στις δικές τους δυνάμεις. Ακούγεται σκληρό αλλά έτσι είναι. Αυτό είναι εύκολο να το αποδείξει κανείς για την ελληνική αριστερά που φαίνεται να είναι περισσότερο κοινωνική, δηλαδή ελληνική, στο περιεχόμενο της από ότι άλλα κομμάτια του ριζοσπαστικού χώρου. Η ελληνική αριστερά εξάλλου με δύο-τρεις κινήσεις της κατάφερε να τα πει όλα και στο παρόν πογκρόμ. Αφενός, τις κρίσιμες πρώτες μέρες του πογκρόμ ούτε μισός αριστερός (από τις οργανώσεις του ΚΚΕ, του ΣΥΡΙΖΑ, της Ανταρσύα κλπ) δεν τόλμησε να κατέβει κάτω από την Πατησίων για να αντιπαρατεθεί έμπρακτα με τον όχλο. Αφετέρου, όταν αποφάσισαν να καταδικάσουν έμπρακτα το πογκρόμ, κάποιοι από αυτούς καλέσανε μια συνέλευση στις 15 Μάη – όταν ακόμα δηλαδή τα γεγονότα εξελίσσονταν – καλέσανε μια δεύτερη συνέλευση στις 23 Μάη και κανονίσανε μια αντιφασιστική πορεία για την … τρίτη εβδομάδα του Ιουνίου (ευτυχώς του Ιουνίου του 2011, όχι του 2012!). Μοναδική εξαίρεση για όλους αυτούς τους τύπους με το μπετοναρισμένο μυαλό στάθηκε η Ανταρσύα που κάλεσε για αντιφασιστική στο Δημαρχείο στις 16 Μάη, μια συγκέντρωση που ήταν επιτυχημένη χάρη βέβαια στο πολυπληθές 80% των συμμετεχόντων της που ήταν φυσικά μετανάστες.

Αλλά κι έτσι να μην είχαν τα πράγματα, θα απορούσαμε ποιοι και ποιες χάνουν ακόμα το χρόνο τους με αυτό το χώρο, της αριστεράς, όταν αυτός ακριβώς ο ένδοξος χώρος, ο «αντιφασιστικός», ο «της ισότητας και της ελευθερίας», είναι αυτός που έβγαλε αυτά τα υπέροχα φυντάνια που έχουμε και χαιρόμαστε σήμερα:

‘Δεν καταλαβαίνω γιατί ο βιαστής είναι πιο κακός από την κοπέλα που προκαλεί’ (Τσόκλης),
‘οι μετανάστες στα ξερονήσια’ (Σαββόπουλος),
‘οι εβραίοι είναι στη ρίζα του κακού’ (Θοδωράκης), 
‘Εγώ πούστης;’ (Κούνδουρος)
‘Η αριστερά δεν ξεκαθαρίζει τη θέση της απέναντι στα αποβράσματα των μεταναστών’ (Γλέζος)

Από την άλλη, κομμάτι του αναρχικού χώρου (το ξαναλέμε… ‘κομμάτι’ μόνο) ενώ βρέθηκε αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του πογκρόμ αντιμέτωπο με όχλο, φασίστες και μπάτσους και συνάντησε πρακτικές δυσκολίες αλλά και κατάφερε στιγμές ανακούφισης, σε ένα μεγάλο μέρος του ένιωσε ότι έπρεπε να εξηγήσει γιατί βρισκόταν εκεί. Λόγω αριστερών καταβολών είτε απλά λόγω ελληνικής καταγωγής, ο αναρχικός χώρος φρόντισε την ώρα που γίνονταν δολοφονίες ξένων στο κέντρο της Αθήνας να επινοήσει και να εμπεδώσει άλλη μια … βαθυστόχαστη θεωρία και να συμβάλει έτσι στο ανέβασμα του επιπέδου της ντόπιας διανόησης: τη θεωρία του ‘κοινωνικού κανιβαλισμού’.

Η θεωρία του κοινωνικού κανιβαλισμού η οποία φυσικά δεν είναι θεωρία αλλά ενοχική αντίδραση στο γεγονός πως η πραγματικότητα της 12ης Μαΐου διαολόστελνε ανεπιστρεπτί την αναρχική θεώρηση των πραγμάτων, κατάφερε να κάνει δύο πράγματα πολύ βοηθητικά για το πογκρόμ που εξελισσόταν εκείνες τις μέρες: α) το πρώτο ήταν
να δαιμονοποιήσει τους μετανάστες δράστες της δολοφονίας ως κανίβαλους, αποδεχόμενη συναινετικά το γενικό πλαίσιο συζήτησης που λάμβανε χώρα στην ελληνική κοινωνία, την ώρα μάλιστα που οι επιτροπές καθικιών είχαν ήδη πιάσει δουλειά, και β) το δεύτερο ήταν να εξισώσει υπό τη σκέπη αυτού του απίστευτου χαρακτηρισμού (δηλ. του κοινωνικού κανιβαλισμού) τόσο τη δολοφονία του Αλίμ Αμπντούλ Μάναν και το πογκρόμ όσο και τη δολοφονία Καντάρη. Οι πιο ευφάνταστοι από τους αντιεξουσιαστές, μάλιστα, επιχείρησαν να συνδέσουν με τα παραπάνω περιστατικά και την επίθεση στο Α.Τ. Εξαρχείων το οποίο είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τον τραυματισμό τριών πολιτών στη λαϊκή της Καλλιδρομίου! Και οι ακόμα πιο ευφάνταστοι συνέδεσαν όλα τα προαναφερθέντα με τον τραυματισμό του διαδηλωτή Γ.Κ. στην γενική απεργία της 11ης Μάη από τις δυνάμεις των ΜΑΤ! Ευτυχώς δηλαδή που δεν μπήκε στον ίδιο απολογισμό και ο θάνατος του Βέγγου (αλλά ας μην τους βάζουμε ιδέες).

Ένα από τα απότοκα μετά τα γεγονότα της Μαρφίν το 2010 ήταν ο αναρχικός χώρος να διαγράψει μία από τις χειρότερες τροχιές του, αυτή της ‘κοινωνικής αναρχίας’ (το ‘κοινωνικής’ αφορά στους έλληνες βέβαια, γιατί ως γνωστόν οι μετανάστες δεν ανήκουν σε αυτή την κοινωνία). Στα γεγονότα του Μάη του 2011 ενώ συνέβαινε λοιπόν ένα ξεκάθαρο ρατσιστικό πογκρόμ μπροστά στα μάτια του καθενός και της καθεμιάς ο υπνωτισμένος αναρχικός χώρος στην πλειοψηφία του δεν έβλεπε παρά το πλαίσιο συζήτησης που έβαζε η ίδια η ελληνική κοινωνία, στις γειτονιές της, στα
media
, στα κόμματα της. Αυτό το πλαίσιο μιλούσε περί του «άγχους της εγκληματικότητας», τη «βία που στρέφεται ενάντια στην ίδια την κοινωνία» και άλλα τέτοια μικρά δόγματα που συντελούν στην ισχυροποίηση όχι μόνο του κοινωνικο-στρατιωτικού συμπλέγματος ασφάλειας που γνωρίζει η ελλάς εδώ και κάμποσα χρόνια αλλά και έμμεσα την τόνωση των τάσεων του ντόπιου ρατσισμού και της εθνικής καθαρότητας. Κι αυτό το τελευταίο γιατί, οι αφηρημένες διακηρύξεις που έβγαλαν για τη βία – μία βία που διατρέχει όλα τα προαναφερθέντα περιστατικά και δεν εστιάζει φυσικά στο ρατσισμό ως προνομιακή βία – δεν είναι παρά διακηρύξεις κοινωνιολογικές που δεν κατονομάζουν το φασισμό και, άρα, τον κάνουν αόρατο… Από κοινωνιολόγους, δηλαδή, καλά πήγαμε, από αντιφασίστες υπήρχε μια έλλειψη.

Η αναρχική κοινωνιολογία, λοιπόν, με τη σειρά της βρέθηκε
δίπλα σε αυτούς τους λόγους ασφάλειας και τους ρατσιστικούς λόγους είτε ως θεωρητική ‘αναρχική-μαρξιστική κοινωνιολογία’ (κατέφυγε δηλαδή στην προσφιλή της ταξική ερμηνεία των γεγονότων), είτε ως απλώς ‘εγκληματολογία’ (συντασσόμενη με την πλέμπα και καταδικάζοντας την αντικοινωνική βία και τους … εγκληματίες «κάθε εθνικότητας»!) Σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα γεμίσαμε με τόσους αναρχικούς wanna-be
-εγκληματολόγους όσους δεν είχαμε ξαναδεί. Τέτοια καούρα με την εγκληματικότητα των ‘κανίβαλων’ που λέτε.

Ακόμα και οργανώσεις όπου υποτίθεται προασπίζονται τα συμφέροντα των μεταναστών, όπως π.χ. το Φόρουμ Μεταναστών Κρήτης, προσπαθώντας να εξηγήσει το πλαίσιο από όπου πηγάζουν όλα αυτά τα κακά (εγκληματικότητα, πογκρόμ κτλ) εξήγησε ότι πρόκειται περί ενός «παραλογισμού που χτυπάει τους εγκλωβισμένους κατοίκους των γκέττο, ντόπιους και μετανάστες»
[6]. Σε μια τόσο πυκνή νοήματος πρόταση, το ΦΜΚ κατάφερε να μοιράσει ίσες ευθύνες στους πληθυσμούς κάθε εθνικότητας – τι σημασία έχει κι αν κάποιοι έκαναν μια δολοφονία, μια από τις τόσες, προκειμένου να βγάλουν λεφτά από ληστεία ενώ οι άλλοι – δηλαδή ο όχλος – κινήθηκε πογκρομιακά κατά μεταναστευτικών κοινοτήτων με ρατσιστικά δολοφονικά κίνητρα και χτυπήματα, ε; Μάλιστα η εξίσωση προχωρά τόσο σε αυτή την αφήγηση που ο ελληνικός όχλος του κέντρου της Αθήνας παρουσιάζεται σαν ‘εγκλωβισμένος’ σε κάποιο ‘γκέτο’ (;;;), η δράση, δε, του πογκρόμ καταλογίζεται σ’ έναν «παραλογισμό», ενώ σε «παραλογισμό» - δηλαδή κάτι
εξίσου ξένο με τη λογική τους – καταλογίζεται και η δράση των τριών δολοφόνων του Καντάρη!

Υπάρχουν όμως και οι καθαροί εγκληματολόγοι όπως προ-είπαμε. Η Πρωτοβουλία Ελευθεριακών Κομμουνιστών σε μια προκήρυξη που μοιάζει με δελτίο εγκληματικότητας γράφει: «Σε πολλές περιοχές του ευρύτερου κέντρου της Αθήνας, η αντικοινωνική εγκληματικότητα διαρκώς αυξάνεται και η ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται τείνει να γίνεται όλο και πιο απειλητική για τους παραδοσιακούς κατοίκους τους. Η «τιμή» της ανθρώπινης ζωής έχει πέσει πλέον κατακόρυφα. […] Το να βγαίνουν καλάσνικοφ μεταξύ ελλήνων οπαδών δύο ομάδων και να υπάρχουν σοβαρά τραυματίες, όπως έγινε πριν λίγες μέρες στην Κόρινθο, ή το να μαχαιρώνονται άνθρωποι έξω από το σπίτι τους στο κέντρο της Αθήνας, όπως συνέβη χθες, αυτά είναι περιστατικά που δείχνουν πως η κατάσταση έχει πάρει επικίνδυνη τροπή
[7]». Ο λόγος για την εγκληματικότητα αστυνομικός, ο λόγος για την πτώση της αξίας της ζωής δακρύβρεχτος και ισοπεδωτικά κοινωνιολογικός. Ως θύμα των συνθηκών αυτών εμφανίζονται «οι παραδοσιακοί κάτοικοι» του κέντρου της πόλης, δηλαδή οι δράστες του πογκρόμ της επόμενης μέρας και οι κυνηγοί ξένων.  Δε λείπουν φυσικά ούτε και σε αυτή την προκήρυξη οι αναφορές στο «κανιβαλιστικό αλληλοφάγωμα».

Έπονται αντίστοιχα συμπεράσματα κι από την κατάληψη της Σκαραμαγκά, με τους δράστες του πογκρόμ στο ρόλο του θύματος, των «καταπιεσμένων», και ίσες αποστάσεις μεταξύ όλων: «Στον βαθμό που η κοινωνία επιτρέπει τον γενικευμένο κανιβαλισμό να λειτουργεί ως κοινωνική όσμωση, φιλτράροντας κάθε προοπτική συνύπαρξης και ξερνώντας μόνο μίσος, θα καλείται ξανά και ξανά να αντιμετωπίζει και να αναπαράγει μίσος και βία μεταξύ των καταπιεσμένων».
[8] «Φαινόμενα κοινωνικά κανιβαλισμού μεταξύ των καταπιεσμένων» είδε εξάλλου κι η αναρχική συλλογικότητα Καθ’ Οδόν[9]
και πολλές ακόμα συλλογικότητες.

Δυστυχώς, ακόμη κι η κατάληψη της
Villa Amalias
που βρήκε τον εαυτό της μέσα στον πυρήνα του κυκλώνα, έβγαλε αντίστοιχα συμπεράσματα: βασικός υπεύθυνος των γεγονότων των τελευταίων ημερών στο κέντρο ήταν βέβαια ο … κοινωνικός κανιβαλισμός, ένα φαινόμενο το οποίο αποτελεί «απόρροια μιας διαλυμένης κοινωνίας που αρνείται, ηθελημένα ή μη, να συνειδητοποιήσει την πηγή όλων αυτών».[10] Οι δράστες του πογκρόμ όσο και οι δράστες της δολοφονίας Καντάρη εμφανίζονται από κοινού ως κομμάτια μιας κοινωνίας που δεν μπορεί να βγάλει τα σωστά συμπεράσματα.

Τις ίδιες μέρες που λέγονταν όλα αυτά περί ‘κοινωνικού κανιβαλισμού’, το Κράτος έπαιρνε μέτρα. 10, 20, 30 μέτρα ενάντια στη ‘νέα’ κατάσταση που παρουσιάζει το κέντρο της Αθήνας. Τα νέα μέτρα ουσιαστικά ήταν τα παλιά μέτρα. Το ουσιαστικότερο τους επίτευγμα ήταν η ένταση της αστυνόμευσης: λίγες ακόμα γκλοπιές στις πλάτες των μεταναστών, ακόμα περισσότεροι σπασμένοι πάγκοι μικροπωλητών, λίγο περισσότεροι μπάτσοι, αρκετά περισσότερες προσαγωγές-συλλήψεις κτλ. Γενικά επρόκειτο κυρίως για αστυνομικά μέτρα βίας μαζί με λίγη σως ανάπτυξης (οικονομικής βίας) και ανάπλασης (πολεοδομικής βίας). Το Κράτος ήδη κινούταν βέβαια προς αυτή την κατεύθυνση και πιο πριν. Αν διάβαζε κανείς τα καθημερινά δελτία της Γ.Α.Δ.Α. θα έβλεπε πως ούτε οι περιπολίες ούτε οι συλλήψεις κι οι προσαγωγές ήταν λίγες, πριν τη δολοφονία Καντάρη και τη μιντιακή της διαχείριση. Αυτό που κατάφερε ωστόσο με τα νέα μέτρα το Κράτος ήταν να νομιμοποιήσει σε ακόμα λίγες σπιθαμές της επικράτειας του τη συχνότερη παρουσία του και τον ακριβέστερο πληθυσμιακό έλεγχο του. Οι εμπνευστές των νέων νόμων αλλά και του (εθνικού-κρατικού) Νόμου γενικότερα διεύρυναν λίγο περισσότερο τα σύνορα τους – και μάλιστα με πλήρη κοινωνική νομιμοποίηση – κατασκευάζοντας εκ νέου τους Άλλους του.

Η γνώμη μας είναι πως όταν οι καταλήψεις και οι πολιτικές ομάδες της Αθήνας βγήκαν να μιλήσουν για ‘κανίβαλους’ έκαναν μια στρατηγική υποχώρηση στο έθνος τους. Συνέβη εκεί μια δυτική-αποικιοκρατική παραδρομή (;) της γλώσσας που μύρισε εθνικίλα. Γιατί;

Γιατί, όταν αυτοί που πρωτοονομάστηκαν ιστορικά ‘κανίβαλοι’, βρέθηκαν στο δρόμο της βρετανικής αυτοκρατορίας, έγιναν το κατεξοχήν αγαπημένο της Άλλο και αργά ή γρήγορα εξοντώθηκαν. Στην Αυστραλία, τη Βρετανία και τις ΗΠΑ οι ‘κανίβαλοι’ όχι μόνο δεν αποζημιώθηκαν ποτέ για τις κλεμμένες περιουσίες τους και τους σφαγιασμένους πληθυσμούς τους, αλλά μάλλον έπρεπε να πουν κι ‘ευχαριστώ’ για το γεγονός ότι οι ελάχιστοι επιζήσαντες κατάφεραν να κερδίσουν το στάτους ενός ισότιμου πολίτη σε μια πολιτισμένη δυτική χώρα. Η σύντομη σχέση τους με το δυτικό νόμο είχε να κάνει με λίγα λόγια με το εξής: ο νόμος είτε τους εξολόθρευε είτε τους ενέτασσε σε ένα δικαϊκό καθεστώς ισότητας, κατάφερνε ούτως ή άλλως να τους καταναλώσει (αφού πρωτύτερα, βέβαια, τους είχε ήδη κατηγορήσει ως καταναλωτές ανθρώπινου κρέατος).

Στις μεταφορές του όρου σήμερα, στο κέντρο της Αθήνας, ο ‘κανιβαλισμός’ φαίνεται να πήρε δύο συγγενείς νοηματικά χρήσεις: σύμφωνα με την πρώτη, οι κάτοικοι του κέντρου, οι λεγόμενοι ντόπιοι αλλά και οι μετανάστες , χαρακτηρίστηκαν ως ‘κανίβαλοι’ γιατί δήθεν αλληλοσκοτώνονταν. Έτσι επιχειρήθηκε να εξισωθούν μια ρατσιστική δολοφονία εναντίον ενός μετανάστη από το Μπαγκλαντές, η οποία αποτελούσε μήνυμα για όλες τις μεταναστευτικές κοινότητες στην Αθήνα, αλλά και η ληστρική δολοφονία ενός έλληνα η οποία όμως δεν είχε ρατσιστικά κίνητρα. Με αυτό τον τρόπο επιχειρήθηκε οι πράξεις της δολοφονίας να ειδωθούν ανεξάρτητα των υποκειμενικών τους συνθηκών κι ανεξαρτήτως των θυμάτων τους, όπως ας πούμε θα τις έβλεπε μάλλον ένα αστυνομικό δελτίο ή, τέλος πάντων, ένα οποιοδήποτε δελτίο του οποίου ο ρόλος, ο στόχος και η θέληση δεν είναι να κατονομάσουν τον ρατσισμό.

Κατά τη δεύτερη εκδοχή της μεταφοράς του όρου, ως ‘κανίβαλοι’ ορίστηκαν μόνον οι τρεις δολοφόνοι του Μανώλη Καντάρη κι η χρήση του όρου εξηγήθηκε από τη δεινή τους οικονομική θέση (κανιβαλισμός επιβίωσης, που λέμε) – ως οικονομικών μεταναστών – οι οποίοι κατηγορούνταν όμως παράλληλα, αφενός, για το ότι… δεν συνειδητοποίησαν πως κοινωνικοί/ταξικοί τους εχθροί δεν είναι οι έλληνες πολίτες αλλά ‘το κράτος και τα αφεντικά (και το ΔΝΤ)’, αφετέρου, κατηγορήθηκαν επειδή το έγκλημα κρίθηκε τόσο αποτρόπαιο που μπορούσε να παραλληλιστεί μονάχα με μια εικόνα ξένη για τον δυτικό (και τον ελληνικό άραγε;) πολιτισμό, την εικόνα δηλαδή ενός ‘κανίβαλου’.

Έτσι, η κυρίαρχη κινηματική αντίδραση στο πογκρόμ που συνέβη λίγες μέρες πριν στο κέντρο της Αθήνας ήταν μια αντίδραση που μοίραζε ισότιμα τις ευθύνες αναγνωρίζοντας στην πράξη των τριών δολοφόνων του Καντάρη μια ‘κανιβαλική’ πρακτική, συμμετέχοντας έτσι – διά της αναπαραγωγής του θεαματικού/μιντιακού πλαισίου συζήτησης και του εθνικού του αντίκτυπου – σε μια ευρύτερη συζήτηση για το λεγόμενο ‘μεταναστευτικό’.

Οποιαδήποτε βέβαια συζήτηση για το ‘μεταναστευτικό’ είναι εξαρχής καταδικασμένη αποδεχόμενη την αρχή πως οι ‘(πολλοί ή λίγοι) μετανάστες είναι πρόβλημα’.

Πόσο μάλλον καταδικασμένη και εθνικά ύποπτη είναι μια τέτοια συζήτηση όταν ξεκινά από ένα περιστατικό δολοφονίας στο οποίο οι τρεις ύποπτοι του εγκλήματος είναι μετανάστες και το ένα θύμα ‘έλληνας’. Μάλιστα, ένας έλληνας που παρουσιάστηκε από τα ΜΜΕ ως το πρότυπο έλληνα: στις 4 τα ξημερώματα είναι αυτός ο σύζυγος που πάει να πάρει μια βιντεοκάμερα για να κινηματογραφήσει τις πρώτες στιγμές της γέννας του παιδιού του από τη γυναίκα του. Η ετεροκανονική κι εθνική αρμονία την οποία πρόβαλαν πάνω στο θύμα εμφανίστηκε διαταραγμένη από την αποτρόπαιη πρακτική των Άλλων κι όσοι ήταν έξυπνοι (δηλαδή πανούργοι) μίλησαν επίσης για τον αποτρόπαιο τρόπο ζωής των Άλλων. Εξάλλου εκεί από όπου προέρχονται, η ζωή είναι φτηνότερη, έλεγε ο Πρετεντέρης στα Νέα αλλά και αξιωματικός της αστυνομίας που ανέλαβε την υπόθεση. Κι εδώ πια, εδώ που ζούμε εμείς, η ζωή έχει αρχίσει να γίνεται φτηνότερη, έλεγαν σχεδόν όλες οι προαναφερθείσες προκηρύξεις αναρχικών. Εκεί ακριβώς, στην πολιτισμική ακρούλα του συλλογισμού αυτού εκφραζόταν ένα ελληνικό άγχος, πιο άμεσα και αποικιοκρατικά φυσικά στους Πρετεντέρηδες και τους μπάτσους, πιο άρρητα στους αναρχικούς. Ωστόσο, ο όρος ‘κανιβαλισμός’, ακόμη και σε αυτούς τους τελευταίους, πρόδωσε το αποικιοκρατικό σκεπτικό: η φαντασίωση κι ο ενθουσιασμός με το υποκείμενο ‘κανίβαλος’ εξέφραζε το ελληνικό-εθνικό άγχος να μην καταναλωθ
ούμε από αυτούς τους Άλλους.

Φαίνεται ότι τίποτε δεν είναι δυνατόν να σπάσει το εθνικό μάτι: το αποτρόπαιο του βουλιάγματος μιας βάρκας στο Αιγαίο και του βίαιου πνιγμού δεκάδων μεταναστών που προσπαθούν να περάσουν τα σύνορα αποτελεί μια είδηση καταδικασμένη να παραμείνει σε μονόστηλο δίχως καμιά διαμαρτυρία – ακόμα και στις αφίσες αποτελεί απλή αναφορά ή στατιστική – ενώ μια δολοφονία ενός έλληνα στο κέντρο της Αθήνας φέρνει ξαφνικά τη βία στο όμορφο σαλόνι μας. Για εμάς είναι εμετικό να ακούς ότι ξαφνικά λοιπόν τώρα έγινε η ζωή φτηνή όταν ξέρουμε ότι, για παράδειγμα, στη Μυτιλήνη και στον Έβρο υπάρχουν νεκροταφεία που για τον κάθε νεκρό υπάρχει νούμερο κι όχι όνομα, για τους οποίους νεκρούς βέβαια δεν αφιερώθηκαν ούτε διαδηλώσεις, ούτε τηλεοπτικά δελτία ούτε τίποτα.

Το εθνικό μάτι δεν σπάει ούτε στο κέντρο της Αθήνας: όπως και στο πογκρόμ του 2004 όπου διάφοροι είχαν ανακαλύψει τους Αλβανούς … εθνικιστές, έτσι και τώρα βρέθηκε ένας λόγος να κατηγορηθούν τα θύματα: ο τρόπος ζωής τους, το πολιτισμικό περιβάλλον από το οποίο προέρχονται, ο κανιβαλισμός τους, ότι δεν συνειδητοποιούν πως οι ντόπιοι είναι τα ταξικά τους ξαδέρφια και άλλες τέτοιες μαλακίες.

Το γνωστό ανέκδοτο, στις δεκάδες παραλλαγές του, έχει αντιστραφεί. Το αεροπλάνο των ‘κανίβαλων’ φαίνεται να έχει πέσει σε αυτό τον άσχημο τόπο και οι ίδιοι τώρα βρίσκονται στα χέρια ενός έλληνα του όχλου, ενός έλληνα του κράτους κι ενός έλληνα του κινήματος. Ελπίζουμε να τη γλιτώσουν και το τελευταίο γέλιο να είναι όλο δικό τους.


Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει … (από μόνη της)

πρέπει να τη βοηθήσουμε!


Terminal 119                                                                                              [31/05/2011]



 

 
Café Morgenland